Περικλής Ροδάκης - ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ - Ο «Θνήσκων Θεός»
english
ελληνικά








Περικλής Ροδάκης


ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ



Ο «Θνήσκων Θεός»












– Κείμενο εκτός βιβλίου –

  Ανά την ιστορία, από την αρχαιότητα ως σήμερα, το μοτίβο του «θνήσκοντος θεού», του θεού που πεθαίνει και ανασταίνεται, εμφανίζεται με παραλλαγές στην κοσμοθεωρία και τις τελετουργίες των θρησκειών.

  ...Από την πρωταρχική παρανόηση του τροφοσυλλέκτη ανθρώπου πως η γη είναι γένους θηλυκού αφού γεννάει, και τα υπαίθρια όργια της τροφοσυλλεκτικής ομάδας ώστε να παρακινηθεί ο ουρανός να ρίξει το σπέρμα του –βροχή– στη γη για να τη γονιμοποιήσει, ως τη λατρεία της Κυβέλης και τον αυτοευνουχισμό των μυημένων για να ενισχύσουν την ευκαρπία της γης, θάβοντας τελετουργικά τα μόριά τους...
  ...Από τους φανταχτερούς μύθους του Ταμμούζ της Μεσοποταμίας ως τις τελετουργίες του Αιγυπτίου Όσιρη για την ενίσχυση των πλημμυρών του Νείλου και τις, διάσπαρτες στα μυστήρια, πράξεις κάθαρσης...
  ...Από την εβδομαδιαία οδύνη για το χαμό του ελληνοποιημένου Άδωνη, τους θρήνους γύρω από το κρεββάτι του, την περιφορά του φερέτρου του, του στολισμένου με λουλούδια, και την τελική ανάστασή του μέσα σε μια έκρηξη χαράς, ως τον χριστιανισμό...

  ...ένα πλήθος θνήσκοντων θεών ξεδιπλώνεται σε αυτό το αριστουργηματικό βιβλιαράκι που ‘πλατειάζει’ μόνο όσο χρειάζεται και εστιάζει στην ουσία των μυστηρίων, φωτίζοντας έτσι την αφανέρωτη και επιμελώς ξεχασμένη ρίζα των θρησκειών.





     © www.b00k.gr
- Τα κείμενα του βιβλίου παρέχονται μόνο για την ανάγνωσή του και για καμία άλλη χρήση.
- Τμήματα διαφορετικού χρώματος οριοθετούν επιλεγμένα σημεία του κειμένου και παρου-σιάζονται σε αυτή τη μορφή μόνο στον δικτυακό χώρο, όχι στο έντυπο βιβλίο. Φυσικά η ανάγνωσή τους, όσο ουσιαστική κι αν είναι, δεν υποκαθιστά την αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση όλου του βιβλίου.






Περιεχόμενα


Κεφάλαιο πρώτο
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΜYΣΤΗΡΙΑ








Κεφάλαιο τέταρτο
ΑΛΛΟΙ «ΘΝΗΣΚΟΝΤΕΣ ΘΕΟΙ»






Κεφάλαιο έκτο
Η ΜΥΗΣΗ










Κεφάλαιο πρώτο


  Στα αρχαία Ελληνικά ο όρος μυστήριο σημαίνει μυστικό, απόκρυφο, ανεξήγητο, άρρητο (αυτό που δεν μπορεί ή δεν πρέπει να ειπωθεί). Στο λεξικό του Ησύχιου τα μυστήρια ορίζονται ως άρρητα και ανεξήγητα. Και στο λεξικό του Σούδα τα μυστήρια ορίζονται ως εξής: μυστήριο εκλήθη το παρά τους ακούοντες μυείν και μηδενί ταύτα εξηγείσθαι. Μυείν δε εστί το κλείειν το στόμα.
  Τα μυστήρια είναι η αποκάλυψη του θεού ή των θεών και δαιμόνων μέσω της μύησης, που καθιστούν το μυημένο πια σ’ αυτά ικανό να επικοινωνεί με τους θεούς ή δαίμονες και να εξασφαλίζει έτσι εύκολα τη βοήθεια τους στην προσπάθεια του να επιβιώσει πάνω στη γη. Στην πραγματικότητα τα μυστήρια είναι η μύηση στον υπερβατικό κόσμο των θεών και δαιμόνων. Αλλά η μύηση γίνεται για να κάνει τον άνθρωπο ικανό να εξασφαλίζει τη βοήθεια του θεού ή των θεών. Έτσι η μύηση που αποτελεί την ουσία του μυστηρίου συνδέεται άμεσα με τις τελετουργίες που υποτίθεται ότι εξασφάλιζαν τη βοήθεια των θεών. Και οι τελετουργίες αυτές δέθηκαν άρρηκτα με τα μυστήρια.
  Όταν μιλάμε για μυστήρια εννοούμε τόσο τη μύηση όσο και τις τελετουργίες για βοήθεια των θεών.
  Εκείνοι που μυούνται στα μυστήρια του υπερβατικού κόσμου των πνευμάτων απαγορεύεται να τα ανακοινώσουν σε άλλους, μη μυημένους, πρέπει να κλείνουν το στόμα τους.
  Όποιος τολμήσει να παραβεί τον όρο αυτό, τιμωρείται με θάνατο και από τους θεούς και από τους εκπροσώπους του σ’ αυτόν τον κόσμο, το ιερατείο. Έτσι απειλήθηκε με θάνατο ο Αισχύλος επειδή θεωρήθηκε ότι στις τραγωδίες του αποκάλυπτε κάποια από τα άρρητα, των Ελευσίνιων μυστηρίων. Και για να σωθεί από τη θανατική του καταδίκη υποστήριξε ότι δεν είχε ποτέ μυηθεί στα Ελευσίνια μυστήρια και κατά συνέπεια δεν αποκάλυψε κανένα μυστικό.
  Μυστήρια έχουν όλες οι θρησκείες του κόσμου, αφού ο κύριος, ο βασικός στόχος κάθε θρησκείας είναι η επαφή του ανθρώπου με το θεό. Για να γίνει κατανοητή η έννοια και η σημασία των μυστηρίων θα πρέπει να ξεκινήσουμε από κάποια μυστήρια που γίνονται σήμερα: τα μυστήρια της χριστιανικής εκκλησίας που είναι οι τελετές μέσω των οποίων μεταδίδεται η «θεία χάρη» στους πιστούς. Αυτό τουλάχιστον πιστεύουν.
  Οι ίδιες οι τελετές αποτελούν αυτό που λέμε αισθητό σημείο των μυστηρίων.
  Μέσα από αυτές τις τελετές περνάει μυστηριωδώς η «θεία χάρη» και φτάνει στους πιστούς. Και φυσικά έτσι αναγεννιούνται οι άνθρωποι στον υπερβατικό κόσμο των πνευμάτων και των θεών. Για το πώς ακριβώς περνάει η «θεία χάρη» στους πιστούς δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Είναι μυστικό, μυστήριο. Οι πιστοί πρέπει να νιώθουν, να αισθάνονται την ευφορία, την αναγέννηση, χωρίς να μπορούν να προσδιορίσουν πως ακριβώς πέρασε σ’ αυτούς η «θεία χάρη». Απλά λένε ότι νιώθουν αυτήν την αγαλλίαση. Η χριστιανική εκκλησία αναγνωρίζει επτά μυστήρια με πιο σημαντικό τη θεία ευχαριστία. T’ άλλα έξι είναι: το βάπτισμα, το χρίσμα, η μετάνοια, η ιεροσύνη, ο γάμος και το ευχέλαιο. Η θεία ευχαριστία είναι το μυστήριο που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας πάνω στην Αγία τράπεζα. Μέσα από λόγια και πράξεις η «θεία χάρη» μετατρέπει τον «οίνο και άρτο» σε αίμα και σώμα του Ιησού Χριστού. Και αυτά τα μετουσιωμένα αισθητά στοιχεία μεταφέρουν τη «θεία χάρη» στους πιστούς που μεταλαβαίνουν των «αχράντων μυστηρίων». Δεν κρίνουμε εδώ τι σημαίνει οι πιστοί να μεταλαβαίνουν το σώμα και το αίμα του Ιησού Χριστού. Απλά τονίζουμε ότι μέσα από αυτή την τελετουργία πιστεύουν ότι ο άνθρωπος αποκτάει τη «θεία χάρη», θεώνεται, αναγεννώμενος στον κόσμο του θεού.
  Τα μυστήρια είναι τα μέσα, ο δρόμος επικοινωνίας του μυημένου με το θεό ή τους θεούς. Μέσα σ’ αυτές τις τελετουργίες, στα δρώμενα (λόγια και πράξεις) πιστεύουν ότι ο άνθρωπος αναγεννιέται με τη δύναμη του θεού και παίρνει νέες διαστάσεις, μια και με τη θέωση (τη «θεία χάρη» στην προκειμένη περίπτωση) συμμετέχει στη θεϊκή ουσία, αφού πια θα φέρνει κάποια στοιχεία αυτής της ουσίας και φυσικά ενώνεται με το θεό χάρη του οποίου τελείται το μυστήριο. Στη θεία Ευχαριστία η ένωση του μυημένου πιστού με το θεό γίνεται τη στιγμή της μετάληψης που είναι το κορυφαίο αισθητό σημείο του μυστηρίου για την ένωση του ανθρώπου με το θεό. Στα αρχαία μυστήρια η θέωση, δηλαδή η ένωση του ανθρώπου με το θεό γίνεται συνήθως με τα λεγόμενα αποκαλυπτήρια.
  Στην τέλεση των μυστηρίων παίρνουν μέρος μόνο οι κατηχημένοι, μόνο όσοι έχουν αναγεννηθεί και μετέχουν στη θεϊκή ουσία. Ακόμα και σήμερα που οι Χριστιανοί είναι πια μυημένοι, αφού έχουν κάνει τα μυστήρια της βάπτισης, του χρίσματος, του ευχελαίου κ.λπ. από νηπιακή ηλικία, ο παπάς πριν από την τέλεση της θείας ευχαριστίας καλεί τους κατηχούμενους να βγουν από το χώρο της εκκλησίας, να περάσουν στο νάρθηκα, για να περάσει αυτός στην τέλεση του μυστηρίου. Και επιμένει και σήμερα ακόμα να μη βρεθεί κατά την τέλεση του μυστηρίου έστω και ένας μη μυημένος, κατηχούμενος ακόμα.
  Στα μυστήρια όλων των εποχών και όλων των θρησκειών οι άνθρωποι επιδιώκουν τη βοήθεια των θεών. Και αυτή τη βοήθεια την επιδιώκουν από τότε που ο άνθρωπος συνέλαβε την ιδέα των πανίσχυρων θεών και του υπερβατικού τους κόσμου. Αλλά δεν υπήρχαν πάντα τα μυστήρια. Τα μυστήρια εμφανίζονται σε ένα αρκετά αναπτυγμένο πολιτιστικό στάδιο του ανθρώπου και οπωσδήποτε μετά την τροφοπαραγωγή και τη δημιουργία οικισμών και πόλεων. Η σύλληψη της έννοιας των θεών, των πνευμάτων και ενός υπερβατικού κόσμου που υπάρχει πέρα από τις αισθητές δυνατότητες του ανθρώπου, αποτελούν την αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη των μυστηρίων.
  Βασικό στοιχείο στην τέλεση των μυστηρίων ήταν ο κύκλος των μυημένων. Στην τέλεση των μυστηρίων, όμως, έπαιρναν μέρος και μη μυημένοι. Δεν μπορούσαν να γίνουν μυστήρια αν δεν υπήρχαν μυημένοι.
  Η μύηση ήταν κάτι ανάλογο με την κατήχηση των Χριστιανών. Οι μυούμενοι εισάγονταν από ειδικούς δασκάλους (μύστες) στον υπερβατικό κόσμο των πνευμάτων και των θεών.
  Τους δίδασκαν ότι διδάσκει ο χριστιανός κατηχητής για τη δική του θρησκεία.
  Σ’ όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής όπου διαμορφώθηκαν μυστήρια υπήρχε καταγραμμένη η «σοφία» για τον υπερβατικό κόσμο των πνευμάτων και των θεών. Στη Μεσοποταμία το βιβλίο «Ένουμα Έλις» καταγραμμένο σε πινακίδες ήταν το βασικό στοιχείο στην μύηση. Πιο καθαρά και με μεγαλύτερη ακρίβεια γνωρίζουμε τη μύηση ή κατήχηση στην Αίγυπτο. Τα σχετικά κείμενα είχαν γραφεί στην ιερατική γραφή την οποία ελάχιστοι από το ιερατείο γνώριζαν. Στη αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα, όταν κυριαρχούσαν στην Αίγυπτο οι Πτολεμαίοι, τα περίφημα βιβλία της Αιγυπτιακής Σοφίας αποκρυπτογραφήθηκαν και μεταφέρθηκαν στα Ελληνικά από τον τελευταίο μύστη του Θεού ΤοΘ ή Θοθ, το Μανέθωνα, με την βοήθεια του Έλληνα ιερέα της Ελευσίνας Τιμόθεου. Στην Ελληνική τους απόδοση τα κείμενα αυτά ονομάστηκαν «Ερμητικά Κείμενα», αφού ο ΤοΘ ή ΘοΘ αποδόθηκε στα Ελληνικά ως Ερμής ο Τρισμέγιστος.
  Έχουν σωθεί σχεδόν ακέραιοι δεκαοκτώ λόγοι, ένα χωριστό βιβλίο με τον τίτλο Τέλειος Λόγος, ή Ασκληπιός στη λατινική του απόδοση και πολλά αποσπάσματα από άλλους λόγους χαμένους.
  Τα Ερμητικά Κείμενα [1] είναι η τέλεια μύηση, είναι ο δρόμος που μπάζει τον άνθρωπο στον κόσμο του υπέρτατου πνεύματος. Φυσικά αυτή είναι η τέλεια μύηση. Στα κατώτερα ιερά η μύηση δεν μπορούσε να φτάσει σ’ αυτό το επίπεδο.
  Υπήρχαν λοιπόν βαθμοί μύησης. Στα Ελληνικά ιερά που τελούσαν μυστήρια (Ελευσίνα, Σαμοθράκη, Δίον κ.λπ.) η μύηση δεν φαίνεται να ξεπερνούσε τον τέταρτο βαθμό.
  Ως τον τέταρτο βαθμό μυούσε και ο τελευταίος Έλληνας μύστης και ιεροφάντης Πυθαγόρας που τελικά αναδείχτηκε και σε μεγάλο φιλόσοφο εκλογικεύοντας μεγάλο μέρος αυτών των γνώσεων.
  Τα Ερμητικά Κείμενα αφορούσαν τη μύηση πέρα από τον τέταρτο βαθμό και απογείωναν τον άνθρωπο από τη γη στον ουρανό. Οι μύστες πια, που έφταναν στην περίφημη κοινότητα του Ερμή του Τρισμέγιστου, του Τοθ ή Θοθ της Αιγύπτου είχαν περάσει τους τέσσερους βαθμούς μύησης που είχαν συνήθως τα ιερά. Και γι’ αυτό όλοι οι μεγάλοι μύστες του ελλαδικού κόσμου, του Αιγαίου και της κυρίως Ελλάδας τόνιζαν με κάθε επισημότητα ότι η ολοκλήρωση του ανθρώπου μπορούσε να γίνει μόνο στα ιερά της Αιγύπτου. Οι τέσσερεις βαθμοί μύησης, της Ελευσίνας, της Σαμοθράκης (Καβείρια), των Ορφικών ή του Διονύσου, συνδέονταν τελικά με την Αιγυπτιακή μύηση. Δεν είναι τυχαίο που οι μεγάλοι μύστες του Ελληνικού κόσμου, ο Ορφέας, ο Φερεκύδης, ο Επιμενίδης και ο Πυθαγόρας ολοκλήρωσαν τη μύηση τους στην Αίγυπτο.
  Αλλά στην Αίγυπτο κατέφυγαν και πολλοί εκλεκτοί επιστήμονες και σοφοί για να τελειώσουν τις γνώσεις τους. Στην Αίγυπτο πήγε ο μέγιστος των σοφών (νομοθέτης) Σόλωνας ο Αθηναίος, αλλά και ο πρώτος των φιλοσόφων Θαλής ο Μιλήσιος και ακόμα ο Πλάτωνας, άσχετα με το αν δεν μπορούσαν να φτάσουν στον ανώτατο βαθμό μύησης.
  Πραγματικός ή αντικειμενικός κόσμος είναι ότι πέφτει στην αντίληψη μας, ότι μπορούμε να συλλάβουμε με μια από τις αισθήσεις μας ή με τα μέσα που δίνει σήμερα η επιστήμη στον άνθρωπο. Και υπερβατικός είναι ο κόσμος πέρα από τον πραγματικό που προσεγγίζεται μόνο με τη διαίσθηση.
  Ο άνθρωπος ξεχωρίζει από το βασίλειο των ζώων με τη λογική. Με τη λογική κυριαρχεί στο ένστικτο, που είναι η έκφραση του ζώου. Η λογική διαμορφώνεται από το πρωτεύον που θα εξελιχθεί σε άνθρωπο κάτω από την τρομερή πίεση του περιβάλλοντος. Το είδος που θα αναπτύξει τη λογική για να επιβιώσει χρησιμοποιεί τα πρώτα εργαλεία. Με τη χρησιμοποίηση, αλλά προ πάντων με την κατασκευή και των πιο απλών εργαλείων, το είδος που θα γίνει άνθρωπος έχει πετύχει μια κάποια αίσθηση λογικής, έχει κάνει το πρώτο βήμα στη λογική. Η τελειοποίηση των εργαλείων και η εμπειρία της χρήσης αναπτύσσει και παρά πέρα τη λογική.
  Με τη διευρυμένη λογική οδηγείται στην πρακτική της έρευνας που ανοίγει νέους ορίζοντες. Προσπαθεί να κατανοήσει το περιβάλλον του για να μπορέσει να αντιδράσει θετικά. Στην ερευνά του διαπιστώνει ότι πέρα από εκείνα που βλέπει με τις αισθήσεις του (αντικειμενικός ή πραγματικός κόσμος), υπήρχε και κάτι άλλο που οι αισθήσεις του δεν μπορούν να το συλλάβουν. Διαισθάνεται την ύπαρξη του αλλά δεν μπορεί να δώσει τις διαστάσεις του και την εικόνα του. Ήταν ο υπερβατικός κόσμος, ο κόσμος πέρα από τις αισθήσεις του. Την έννοια αυτού του κόσμου του την δίνει το ζωντανό και νεκρό είδος. Το νεκρό ζώο και ο ίδιος ο άνθρωπος όταν πεθαίνει, διατηρεί για ένα διάστημα όλα τα χαρακτηριστικά του ζωντανού, αλλά δεν είναι ζωντανό, δεν κινείται δεν τρέφεται. Κάτι φεύγει μέσα από το ζωντανό είδος για να γίνει νεκρό. Αυτό το κάτι είναι αδύνατο να το προσδιορίσει. Αυτό το κάτι που χάνεται είναι το πνεύμα. Και το πνεύμα αποτελεί την βάση του υπερβατικού κόσμου.
  Το πνεύμα (δεν έχει σημασία ποιο όνομα του δίνει ο άνθρωπος όταν το πρωτοσυλλαμβάνει) υπάρχει πίσω από κάθε μορφή ζωής. Και όταν την εγκαταλείψει, νεκρώνει το ζωντανό όν.
  Αυτό το πνεύμα, η ψυχή ή θεός ή δαίμονας γίνεται αισθητό μόνο με τη λογική που όμως, δεν μπορεί να αποδείξει την πραγματική του ύπαρξη. Με τη λογική του κρίση κατανοεί ότι η ζωή είναι η κίνηση, η ανάπτυξη, η αίσθηση που αντιμετωπίζει τον υπόλοιπο κόσμο.
  Η ζωντανή ύλη λοιπόν έχει δυο στοιχεία: το υλικό που γίνεται αντιληπτό με κάποια από τις αισθήσεις (σήμερα και με τα επιστημονικά όργανα), και το μη υλικό, που δεν γίνεται αισθητό και νοείται ως λογική επεξεργασία των δεδομένων του υλικού κόσμου.
  Είναι κάτι που πρέπει να υπάρχει, αλλά δεν γίνεται αισθητό. Και επειδή υπάρχει πίσω από κάθε μορφή ζωής, λογικά βγαίνει, ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος, ο κόσμος του πνεύματος που κινεί τον πραγματικό κόσμο.
  Το επόμενο βήμα του ανθρώπου είναι η συνείδηση της αιωνιότητας του πνεύματος.
  Πολλές ενδείξεις τον πείθουν για την αιωνιότητα του πνεύματος. Ολόκληρη η φύση που είχε ζωή ήταν αιώνια. Το πιο σημαντικό όμως ήταν τα όνειρα του. Έβλεπε τους πεθαμένους στα όνειρα του να κινούνται, να περπατούν, να μιλούν, δηλαδή να ζουν. Άρα τα πνεύματα έχουν τη μορφή των ζωντανών και δεν χάνονται μετά το θάνατο του ζωντανού σώματος. Τα πνεύματα που εγκαταλείπουν τη ζωντανή ύλη είναι αιώνια. Και επειδή «μέτρον πάντων άνθρωπος», τα πνεύματα γενικά κατανοήθηκαν ως ανθρωπομορφικά.
  Από την έννοια του πνεύματος ο άνθρωπος έφτασε εύκολα στην έννοια του θεού.
  Οι θεοί ήταν ισχυρά πνεύματα που κυβερνούσαν τον αντικειμενικό κόσμο. Ο άνθρωπος που ένιωθε αδυναμία μπροστά στο εχθρικό περιβάλλον γύρευε τη βοήθεια των ισχυρών πνευμάτων. Επειδή τα πνεύματα και τους θεούς, τους είχαν συλλάβει ως ανθρωπομορφικά όντα, η προσέγγιση τους μπορούσε να γίνει κατά τον ίδιο τρόπο που προσεγγίζει κανένας έναν άνθρωπο: με επικλήσεις, παρακλήσεις, ικεσίες, προσευχές, με προσφορές δώρων και θυσίες, αλλά και με εξαπάτηση.
  Τα πνεύματα-θεοί ουσιαστικά δεν είναι φιλικά στον άνθρωπο. Αλλά υπάρχουν και μερικά πνεύματα που είναι τρομεροί εχθροί του ανθρώπου. Είναι τα πνεύματα που προκαλούσαν τις ασθένειες. Αυτά τα πνεύματα δεν εξευμενίζονται με τίποτα. Για να σωθεί ο ασθενής πρέπει να εκδιωχθούν. Στην περίπτωση αυτή ο άνθρωπος γίνεται απειλητικός.

  Οι δυο τρόποι προσέγγισης των πνευμάτων, έτσι όπως τους συνέλαβε ο πρωτόγονος άνθρωπος διατηρούνται και σήμερα ακόμα στην χριστιανική εκκλησία. Κάνω πάντα συγκρίσεις με σημερινές καταστάσεις για να εξηγηθούν καλύτερα οι παλιότερες. Έτσι λέμε ότι οι προσευχές, οι παρακλήσεις και οι προσφορές συνεχίζονται ως πρακτική της χριστιανικής εκκλησίας. Αλλά και αποτρεπτική πρακτική με την οποία ο πρωτόγονος άνθρωπος πίστευε ότι θεράπευε τις αρρώστιες διασώζεται στους περίφημους εξορκισμούς. Και αυτό παρόλο που σήμερα η επιστήμη έχει λύσει το θέμα των ασθενειών. Οι εξορκισμοί αφορούν τις περιπτώσεις επιληψίας που η επιστήμη δεν την έχει αντιμετωπίσει. Και οι παπάδες-εξορκιστές προσπαθούν να εκδιώξουν το κακό πνεύμα, το σατανά όπως λένε, από το σώμα του ασθενή.
  Ο υπερβατικός κόσμος που ήταν σύλληψη του πρωτόγονου ανθρώπου, δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν, αποτελεί τη βάση κάθε σύγχρονης θρησκείας. Τον υπερβατικό κόσμο, ο πρωτόγονος άνθρωπος, τον συνέλαβε ως λογική εξήγηση του πραγματικού κόσμου.
  Και σήμερα η σύλληψη αυτή παραμένει ουσιαστική για τις θρησκείες των κατοπινών εποχών.
  Τα γενικά πλαίσια αυτού του υπερβατικού κόσμου διαμορφώθηκαν στις τροφοσυλλεκτικές ομάδες πολλές δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν. Και οι κύριοι συντελεστές σ’ αυτή τη διαμόρφωση του πλαισίου ήταν οι περίφημοι «σοφοί», μάγοι, ή θεραπευτές, για τους οποίους σήμερα χρησιμοποιούν το όνομα σαμάν, επειδή αυτό το όνομα χρησιμοποιούσαν ως σήμερα για τους «σοφούς» τους, οι πρωτόγονες τροφοσυλλεκτικές ομάδες που ζούσαν στη Σιβηρία.
  Αυτοί οι «σοφοί», μάγοι και θεραπευτές είναι και οι πρώτοι που έχουν επικοινωνία με τα πνεύματα-θεούς.
  Οι πρωτόγονοι «σοφοί» της τροφοσυλλεκτικής ομάδας ήταν οι φύλακες της γνώσης που συγκέντρωνε η πρωτόγονη ομάδα. Ήταν οι αποδειγμένα ικανοί για τη διαφύλαξη αυτής της γνώσης και ταυτόχρονα για την κάποια επεξεργασία αυτής της γνώσης. Αφού το μυστικό της ζωής ήταν το πνεύμα και οι γνώσεις πρέπει να προέρχονται από την ίδια πηγή. Άλλωστε οι γνώσεις έπρεπε να αγγίζουν την πηγή της ζωής. Το πνεύμα έπρεπε να αποκαλύψει στο «σοφό» τα μυστικά της γνώσης. Η ικανότητα συγκέντρωσης και επεξεργασίας των γνώσεων ήταν κάτι που ξεφεύγει από τα κοινά ανθρώπινα πλαίσια, από το κοινό ανθρώπινο μέτρο.
  Αυτός που τα έκανε όλ’ αυτά είχε μέσα του τη «θεία χάρη». Οι «σοφοί» και οι σαμάν ακόμα και σήμερα θεωρούνται θεοφόροι, άγιοι, φορείς του πνεύματος.
  Ο «σοφός» ή σαμάν επικοινωνεί με τα πνεύματα και εξασφαλίζει τη γνώση που χρειάζεται η ομάδα για την επιβίωση. Είναι οι πρώτοι ενδιάμεσοι των θεών με τους ανθρώπους. Αυτοί φαίνεται να μυούν τους νέους της ομάδας στη γνώση των θεών και πνευμάτων και σε προέκταση την αντικειμενική γνώση που χρειάζεται η ομάδα. Βασικό γνώρισμα του «σοφού» είναι η ικανότητα του να εκστασιάζεται. Πίστευαν ότι μέσα στην έκσταση τους επικοινωνούσαν με τους θεούς και ότι τα άναρθρα λόγια που έβγαζαν κατά την έκσταση θεωρούνταν θεϊκά μηνύματα.
  Κατά την τελευταία φάση της τελευταίας Παγετωνίκης εποχής (πριν από 30.000 χρόνια περίπου) έχουμε τον περίφημο πολιτισμό των Σπηλαιογραφιών. Σπηλαιογραφίες βρέθηκαν σε διάφορα σπήλαια της Ν. Γαλλίας, Ισπανίας, Β. Αφρικής αλλά και Ιταλίας και στην Ελλάδα. Είναι ο κορυφαίος πολιτισμός των τροφοσυλλεκτικών ομάδων.
  Οι σπηλαιογραφίες που εντυπωσιάζουν και τους ειδικούς καλλιτέχνες της εποχής μας καλύπτουν όλες τις γνώσεις που χρειάζονται οι τροφοσυλλεκτικές ομάδες. Τα σπήλαια ήταν τα πρώτα σχολεία της γνώσης. Εκεί οι «σοφοί» συγκέντρωναν τους νέους και τους εξηγούσαν, τους μυούσαν, τους αποκάλυπταν τη γνώση. Και καθώς η γνώση ήταν η έκφραση του πνεύματος του θεού εισήγαγαν τους νέους στο θεό, τους μυούσαν στους θεούς. Οι σπηλαιογραφίες ήταν στα βάθη των σπηλαίων και πολλές φορές σε απρόσιτα μέρη. Οι «σοφοί» καλούσαν εκεί τους νέους συχνά μέσα στο σκοτάδι που φωτίζονταν μόνο με δαυλούς και εκεί μπροστά στις εντυπωσιακές τους εικόνες εξηγούσαν στους νέους πως έπρεπε να κυνηγούν, που έπρεπε να χτυπήσουν το ζώο, πως να το τεμαχίσουν αλλά και πως να μαζέψουν μέλι και ακόμα πως να θεραπεύουν αρρώστιες.
  Κάπου εδώ στα σπήλαια με τις εντυπωσιακές εικόνες θα πρέπει να αναζητήσουμε τη βάση των μυστηρίων. Εδώ μπροστά στις εντυπωσιακές σπηλαιογραφίες οι «σοφοί» (σαμάν) επικοινωνούσαν με τα πνεύματα και μετέφεραν τη γνώση τους (τη θεία χάρη) στους νέους τους συνανθρώπους. Και ακόμα μέσα σ’ αυτά τα σπήλαια ζητούσαν τη βοήθεια των θεών για τους ανθρώπους. Τα μυστήρια αρχίζουν να διαγράφονται σ’ αυτά τα μέρη. Εδώ οι πρώτοι «σοφοί» παγίδευαν τα πνεύματα, για να αποκαλύψουν στους ανθρώπους τα μυστικά τους. Και γι’ αυτό ήταν ταυτόχρονα και μάγοι. Η επικοινωνία με τα πνεύματα ήταν ταυτόχρονα και μαγεία. Η μαγεία είναι η τεχνική που παγιδεύεται το πνεύμα και καλείται να αποκαλύψει στους ανθρώπους τα μυστικά του.
  Η γνώση αποκαλυπτόταν μέσα από μια μαγική τεχνική.
  Στις σπηλαιογραφίες, η αναπαράσταση της γνώσης είναι μια τεχνική μαγείας. Μαγεία είναι και όλα όσα έκανε ή έλεγε ο «σοφός» για να γίνει κατανοητός από εκείνους που τον άκουγαν. Η μετάδοση γνώσεων είναι μύηση στον κόσμο του πνεύματος. Τα γνωστά κατά την αρχαιότητα μυστήρια είναι προέκταση, σε άλλα επίπεδα και άλλες δυνατότητες της πρακτικής μαγείας του «σοφού». Οι σπηλαιογραφίες και τα όσα έλεγε ή έκανε ο «σοφός» για να γίνει κατανοητός ήταν αυτό που θα λέγαμε σήμερα αισθητά σημεία ενός μυστηρίου, ή τα δρώμενα όπως έλεγαν στα αρχαία μυστήρια.
  Ένα πραγματικά επαναστατικό άλμα σημειώνεται στη σκέψη των ανθρώπων των τροφοσυλλεκτικών ομάδων, όταν συλλαμβάνουν την ιδέα ότι η γη είναι θηλυκό όν, αφού γεννάει όπως όλα τα θηλυκά.
  Η γη είναι ζωντανή και κάθε χρόνο γεννάει καρπούς με τους οποίους τρέφονται τα ζώα και ο άνθρωπος. Κάθε μορφή ζωής στηρίζεται στους καρπούς που γεννάει η γη. Ήταν μια πραγματικά επαναστατική σκέψη που άφησε βαθιά τη σφραγίδα της στις κατοπινές σκέψεις του ανθρώπου και στον πολιτισμό που θα δημιουργήσει. Η γη γεννάει.
  Αλλά για να γεννήσει έπρεπε να έχει επαφή με κάποιο αρσενικό, γιατί μόνο έτσι μπορούσε να κυοφορήσει. Με την ευκαιρία πρέπει να τονίσουμε ότι για τους αρχαίους η σεξουαλική ένωση ήταν μια ιερή πράξη. Τα σεξουαλικά μόρια τα έλεγαν στα ελληνικά αιδοία που σημαίνει σεβάσμια. Χρησιμοποιώ τα ελληνικά για να προσδιορίσω ορισμένα πράγματα, γιατί και τα μυστήρια τα γνωρίζουμε στα ελληνικά. Ανάλογη είναι και η έκφραση σ’ όλες τις γλώσσες και σ’ όλους τους λαούς. Για να γεννήσει λοιπόν η γη έπρεπε να έρθει σε σεξουαλική επαφή με κάποιο αρσενικό. Οι άνθρωποι γνώριζαν ότι η γη γεννάει, βγάζει χορτάρια και βλαστούς, όταν δεχθεί τη βροχή του ουρανού. Μ’ αυτή την παρατήρηση έφτασαν στο συμπέρασμα ότι η βροχή ήταν το σπέρμα που γονιμοποιούσε τη γη. Και η βροχή ερχόταν από τον ουρανό. Η βροχή ήταν λοιπόν το σπέρμα του ουρανού.
  Ο Ουρανός, το πνεύμα του ουρανού, είναι αρσενική θεότητα. Οι σκέψεις αυτές γίνονται από τους «σοφούς» των τροφοσυλλεκτικών ομάδων και σε συνέχεια γίνονται κτήμα της ομάδας.
  Η ζωή εξαρτάται από την βλάστηση, την κυοφορία και τη γέννηση της γης. Από τις παρατηρήσεις γνώριζαν πότε περίπου έπρεπε να βρέξει για να δώσει καλούς καρπούς η γη. Όμως ο ουρανός δεν έβρεχε πάντα, είχε και περιόδους σκληρής ανομβρίας. Οι άνθρωποι των τροφοσυλλεκτικών ομάδων έφταναν σε απελπισία αν δεν έβρεχε. Αυτό σήμαινε ότι ο ουρανός δεν ήθελε να συνευρεθεί σεξουαλικά με τη γη. Και οι άνθρωποι τον ικέτευαν, τον παρακαλούσαν να ρίξει το σπέρμα του, του πρόσφεραν δώρα και θυσίες για να τον καλοπιάσουν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα πνεύματα-θεοί, ο άνθρωπος τα συνέλαβε ανθρωπομορφικά και ανάλογα προσπαθούσε να τα προσεγγίσει.
  Ακόμα είχαν κιόλας φτάσει στο συμπέρασμα πως για να αποκαλύψουν τα πνεύματα, τα μυστήρια της γνώσης, έπρεπε να τα παγιδεύσουν, δηλαδή να χρησιμοποιήσουν τα «δρώμενα» ή αισθητά σημεία: να ασκήσουν τη μαγεία, που ήταν το μέσο που οδηγούσε στο πνεύμα. Και ακόμα είχαν συνειδητοποιήσει την έννοια της ομοιοπαθητικής που αποτελεί τη βάση της μαγείας όλων των εποχών.
  Οι άνθρωποι είχαν διαπιστώσει ότι ερεθίζονταν και οι ίδιοι σεξουαλικά όταν έβλεπαν τους άλλους γύρω τους να ερωτεύονται. Και ακόμα ερεθίζονταν όταν έβλεπαν ακόμα και τα άλλα ζώα να ερωτεύονται. Ήταν μια απόδειξη της ομοιοπαθητικής. Και σε κάποια στιγμή έκαναν τη σκέψη ότι θα μπορούσε να παρακινηθεί και ο ουρανός να συνευρεθεί με τη γη αν έβλεπε να ερωτεύονται οι άνθρωποι πάνω στη γη. Ήταν και αυτό ένα μέσο για να παγιδευτεί ο ουρανός να ρίξει το σπέρμα του στη γη. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια διαμορφώνεται αυτό που λέμε γονιμική μιμητική μαγεία. Και αυτή την διαδικασία την καθοδηγούσαν και πάλι οι «σοφοί». Όλη η τροφοσυλλεκτική ομάδα σε περιόδους ανομβρίας επιδίδεται με πάθος σε σεξουαλική άσκηση για να προκαλέσουν (ομοιοπαθητική μαγεία) τον ουρανό. Είναι τα λεγόμενα όργια, στα συγκροτημένα κατοπινά μυστήρια. Στα πλαίσια αυτής της πρακτικής εντάσσεται και η κατασκευή γυναικείων ειδώλων με τονισμένα τα σεξουαλικά γνωρίσματα. Οι αρχαιολόγοι αποκαλούν αυτά τα ομοιώματα πρωτόγονες Αφροδίτες. Και αυτά τα ομοιώματα που υπάρχουν σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης αποτελούσαν όργανα της μαγείας που στόχευαν στην παγίδευση του πνεύματος-θεού.
  Στις πρωτόγονες αυτές σκέψεις φαίνεται να καταλήγουν όλες οι ανθρώπινες ομάδες της γης με κάποιες παραλλαγές βέβαια. Γιατί παντού συναντάμε στοιχεία γονιμικής μιμητικής μαγείας. Και ακόμα η βαθιά αυτή αίσθηση του πρωτόγονου ανθρώπου θα αποτελέσει τη βάση, τον πυρήνα, όλων των θρησκειών του κόσμου. Τα μέσα παγίδευσης του ουρανού είναι μαγεία. Και η μαγεία λέγεται μιμητική, γιατί ασκείται με βάση την αρχή της ομοιοπαθητικής. Και τέλος, γίνεται για τη γονιμοποίηση της γης.

  Κατάλοιπο αυτής της πρακτικής είναι οι λιτανείες των χριστιανών σε περιπτώσεις ανομβρίας, κατά τις οποίες περιφέρουν επιδεικτικά την εικόνα της Παναγίας, που παίρνει τη θέση της πρωτόγονης Αφροδίτης σε περισσότερο πνευματική διάσταση.
  Σε κάθε είδος μαγείας κεντρικό πρόσωπο είναι ο «σοφός» (ο μάγος ή σαμάν).
  Ήταν το πρόσωπο που είχε μέσα του τη «θεία χάρη» και μπορούσε να επικοινωνήσει με τους θεούς. Αυτή τη θεία χάρη την αποκτούσε ή την είχε έμφυτη. Δείγμα ότι έχει αυτή τη χάρη φαίνεται να ήταν ο εκστασιασμός. Χαρακτηριστικά πρότυπα αυτού του τύπου είναι οι ομηρικοί μάντεις, αλλά και οι μεγάλοι θεραπευτές, όπως ο Ασκληπιός. Οι δυνατότητες που είχαν να ασκούν το ρόλο τους, εξαρτιόταν από την ικανότητα τους να επικοινωνούνε με τα πνεύματα. Και όσοι έφταναν στο κορύφωμα της δύναμης τους γίνονταν θεοί. Αυτό έγινε με το μεγάλο θεραπευτή Ασκληπιό στην ελληνική μυθολογία. Με την εισαγωγή της γονιμικής μιμητικής μαγείας ανατρέπονται πολλά στοιχεία της παλιότερης ζωής. Στη διαδικασία της άσκησης της μιμητικής γονιμικής μαγείας παίρνουν μέρος πολλά πρόσωπα, τα οποία έπρεπε να μυηθούν, έπρεπε να αποκτήσουν τη «θεία χάρη» να μιλούν με τους θεούς. Η μύηση θα αποτελεί το ουσιαστικότερο μέρος των μυστηρίων. Και η μύηση είναι στοιχείο της μαγείας. Η ολοκλήρωση της μύησης εξασφαλίζεται με μια συμβολική πράξη. Στη χριστιανική εκκλησία, η μύηση ολοκληρώνεται στη «θεία ευχαριστία» και εξασφαλίζεται με τη συμβολική πράξη της μετάληψης. Η «θεία ευχαριστία» μετατρέπει τον «άρτον και τον οίνο» στο άγιο δισκοπότηρο σε σώμα και αίμα του Χριστού. Με τη μετάληψη οι μυημένοι πια πιστοί τρώνε συμβολικά το σώμα και πίνουν το αίμα του Χριστού, εξασφαλίζοντας έτσι τη «θεία χάρη» κάνουν θεοφαγία συμβολικά πια. Κάποτε η πράξη αυτή γινόταν φυσιολογικά.
  Θα μιλήσουμε για τη μύηση στα καθαυτό μυστήρια. Η γονιμική μιμητική μαγεία είναι η προϊστορία των μυστηρίων. Τα μυστήρια είναι η εξέλιξη της γονιμικής μιμητικής μαγείας σε μια ιστορική περίοδο και κάτω από άλλο περιβάλλον: την τροφοπαραγωγή και τη δημιουργία οικισμών. Ο «σοφός» (μάγος ή σαμάν) θα πάρει νέα μορφή στον καινούριο κόσμο, θα γίνει ιερατείο.
  Η ζωή του ανθρώπου, του μοναδικού λογικού όντος πάνω στη γη αλλάζει δραματικά κατά την 8η π.Χ. χιλιετία. Για δυόμισι περίπου εκατομμύρια χρόνια, το λογικό ον είχε ζήσει ως παράσιτο της φύσης, μια ζωή που δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη των πιο έξυπνων ζώων. Οπωσδήποτε ελάχιστα είναι τα ίχνη που μαρτυρούν το πέρασμα του στη γη. Οι σίγουρες μαρτυρίες είναι κάποια χοντροκομμένα πέτρινα εργαλεία και κάποια ίχνη φωτιάς πριν από 600.000 χρόνια. Στην τελευταία φάση της τελευταίας παγετωνικής εποχής ο άνθρωπος σημειώνει σταθερή πρόοδο: κατασκευάζει πιο φροντισμένα εργαλεία, εξημερώνει το σκύλο, που γίνεται πιστός του σύντροφος και αφήνει πίσω του τον εντυπωσιακό πολιτισμό των σπηλαιογραφιών που δείχνει ένα πραγματικά ανεβασμένο πολιτισμικό επίπεδο. Όμως δεν παύει να είναι παράσιτο της φύσης. Ακόμα και ο προωθημένος άνθρωπος των σπηλαιογραφιών με τις εντυπωσιακές του ιδέες παραμένει παράσιτο της φύσης. Πρέπει να αναζητάει την τροφή του εκεί που την παράγει η ίδια η φύση.
  Κυνηγάει τα ζώα εκεί που υπάρχουν. Μένει βασικά και κύρια στα σπήλαια, αν και σε κάποια στιγμή γνωρίζει να κατασκευάζει σκηνές και να ζει σ’ αυτές.
  Στην περίοδο του πολιτισμού των σπηλαιογραφιών ο χώρος κίνησης των τροφοσυλλεκτικών ομάδων γίνεται πιο σταθερός και γι’ αυτό έχουμε μια μονιμότερη εγκατάσταση. Οι σπηλαιογραφίες μαρτυρούν ότι στο χώρο γύρω από τα σπήλαια ήταν λίγο πολύ μόνιμη κατοικία ανθρώπων. Και οι ανθρώπινες ομάδες μεγαλώσανε σε αριθμό, ενώ είχαν επαρκή τροφή ώστε κάποιοι να μπορούν να τρέφονται χωρίς να παίρνουν άμεσα μέρος στην αναζήτηση τροφής (νέοι, γέροι, «σοφοί» κ.λπ.). Στην περίοδο αυτή είχε αρχίσει η εκπαίδευση των νέων από τους γεροντότερους. Και προς το τέλος αυτής της ευτυχισμένης για τις τροφοσυλλεκτικές ομάδες εποχή έχουν δημιουργηθεί και οι πρώτοι βασικοί μύθοι. Κι όμως ο άνθρωπος εξακολουθούσε να μένει παράσιτο της φύσης.
  Στη διάρκεια της τελευταίας Παγετωνικής εποχής (80.000-10.000 π.Χ.) οι θάλασσες έχουν κατέβει περί τα 100-200μ. κάτω από το σημερινό της επίπεδο, ενώ τεράστια παγόβουνα σχηματίστηκαν στο Β. ημισφαίριο. Οι πάγοι έφτασαν ως τα όρια της Μεσογείου που είχε αποξηρανθεί στο μεγαλύτερο μέρος της και είχε μεταβληθεί σε χώρα των λιμνών αφού τα νερά τραβήχτηκαν από το Γιβραλτάρ στον Ατλαντικό Ωκεανό. Η Μεσόγειος και η Σαχάρα (για να περιοριστούμε στο χώρο που μας ενδιαφέρει) ήταν υποπολικές περιοχές με πολλές βροχές, πλούσια βλάστηση και αφθονία ζώων. Εδώ ήταν τώρα πια ο παράδεισος του τροφοσυλλέκτη ανθρώπου. Ο παράδεισος επεκτείνεται ως την Αραβία και τον Περσικό κόλπο, που τότε ήταν πολύ διαφορετικός από σήμερα.
  Ύστερα ήρθε η τήξη των παγετώνων (γύρω στα 10.000 π.Χ.) και η δραματική αλλαγή του κλίματος. Αμέτρητα ηφαίστεια ξεπετάγονται από την ακτή του Ατλαντικού ως τα Ιμαλάια, οι πάγοι λειώνουν και τα νερά των θαλασσών ανεβαίνουν στο σημερινό τους επίπεδο, αφανίζοντας ζώα, φυτά, αλλά και ανθρώπους. Κάποιοι σώθηκαν στις κορυφές των βουνών που τώρα είναι νησιά. Η Μεσόγειος θάλασσα πάλι τώρα, χωρίζει την Ευρώπη από την Αφρική. Πυρκαγιές καταστρέφουν τα δάση και οι πάγοι υποχωρούν για να φτάσουν στα σημερινά πλαίσια. Τα ζώα, όσα σώθηκαν από τις φυσικές καταστροφές έφυγαν για την υποπολική ζώνη. τ’ ακολουθούν οι δυναμικοί κυνηγοί που είχαν διασωθεί αφού εγκατέλειψαν το χώρο των σπηλαιογραφιών! Η αλλαγή του κλίματος δεν γίνεται απότομα, αν και έχουμε περιοχές με απότομες αλλαγές. Η Β. Αφρική παρά την καταστροφή από τους τρομερούς σεισμούς εξακολουθεί να έχει νερά για αρκετά χρόνια. Οπωσδήποτε ως το 4.000 π.Χ. στην έρημη περιοχή της Σαχάρας έχουμε πολιτισμούς σπηλαιογραφιών-βραχογραφιών. Και από την Δ. Ευρώπη ζώα και άνθρωποι υποχωρούν αργά προς τα Β και ΒΑ ακολουθώντας τη ζώνη των βροχών που υποχωρεί και αυτή. Οι υποχωρούντες από τη Δ. Ευρώπη θα φτάσουν στα όρια της Εσωτερικής Θάλασσας (Καρπάθια).
  Στο χώρο της Μ. Ανατολής που ερημώθηκε από τις πυρκαγιές έμειναν οι αδύναμοι άνθρωποι οι οποίοι για να επιβιώσουν τρώνε φίδια, μικρά τρωκτικά (ποντίκια, λαγούς κ.λπ.), αλλά και σπόρους άγριων δημητριακών που φύτρωσαν στην καμένη γη, τους οποίους έτρωγαν και τα τρωκτικά.
  Μέσα σε δυο χιλιάδες περίπου χρόνια, μετά την τήξη των παγετώνων ο αδύναμος άνθρωπος που δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τα ζώα στη φυγή τους προς τα βόρεια έμαθε να καλλιεργεί τη γη. Και λίγο πιο βόρεια στις ακτές της Κασπίας κάποιοι θα εξημερώσουν τα πρώτα ζώα εκτροφής που θα εξασφάλιζαν στον άνθρωπο την τροφή του.
  Ακριβώς τα δύο αυτά περιστατικά, η καλλιέργεια της γης και η εξημέρωση των ζώων για εκτροφή (αιγοπρόβατα, μοσχάρια, κότες κ.λπ.) αποτελούν ένα γιγαντιαίο άλμα του ανθρώπου που αποτελεί την πιο μεγάλη επανάσταση που γνώρισε η γη, αν εξαιρέσουμε βέβαια αυτήν που κυοφορείται σήμερα με την τεχνολογική επανάσταση της εποχής μας, η οποία και θα ξεπεράσει την τροφοπαραγωγή. Ο άνθρωπος από παράσιτο της γήινης φύσης γίνεται δαμαστής της, βιαστής της, κυρίαρχος της. Με την καλλιέργεια της γης υποχρεώνει τη γη να παράγει αυτά που χρειάζεται ο άνθρωπος. Το ίδιο ισχύει και με την εκτροφή εξημερωμένων ζώων. Αποτέλεσμα αυτής της τρομερής επανάστασης είναι να πληθύνουν πολύ οι άνθρωποι, να εγκατασταθούν μόνιμα κοντά στις καλλιεργημένες εκτάσεις, να κάνουν οικισμούς και πολύ γρήγορα και πόλεις.
  Το σκηνικό της γης αλλάζει δραματικά. Τα ίχνη της παρουσίας του ανθρώπου γίνονται έντονα. Οι καλλιέργειες θέλουν βροχές, πολλές βροχές για να βλαστήσει η νέα ζωή. Και αυτό ισχύει και για τις περιοχές που έχουν την δυνατότητα άρδευσης, την οποία ανακαλύπτει πολύ γρήγορα ο κοινωνικός πια άνθρωπος. Δημιουργούνται οι πρώτες κοινωνίες με οικισμούς, χωριά και πόλεις. Εδώ έχουμε την αρχή του πρώτου πραγματικά ιστορικού πολιτισμού.
  Ο άνθρωπος κατασκευάζει εργαλεία για καλλιέργειες, αγγεία για εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας που ζει σε οικισμούς, χωριά και πόλεις. Μια παραπέρα διεύρυνση της γνώσης οδηγεί στην αποδοχή ότι η νέα ζωή βγαίνει μέσα από την γη. Ο σπόρος, σπέρνεται και θάβεται στη γη για να βλαστήσει, δεχόμενος τη βροχή, το σπέρμα του ουρανού. Ο θάνατος και η ανάσταση είναι ο κύκλος της ζωής, που επαναλαμβάνονται αδιάκοπα. Και βασικός παράγοντας αυτού του κύκλου θανάτου-ανάστασης είναι η βροχή.
  Όσο θα πληθαίνει η ανθρώπινη κοινωνία τόσο θα μεγαλώνουν οι ανάγκες για τρόφιμα που πρέπει να παράγονται. Και για να παράγονται αγαθά χρειάζεται βροχή. Πρέπει να ρίχνει ο ουρανός το σπέρμα του στη γη. Και καθώς οι άνθρωποι είχαν πειστεί από παράδοση ότι μπορούν να προκαλούν τον ουρανό να ρίχνει τη βροχή με τη γονιμική μιμητική μαγεία, έγινε το κύριο μέλημα της κοινωνίας. Παλιότερα η γονιμική μιμητική μαγεία ασκούνταν όταν είχαμε ανομβρία. Τώρα απαιτείται σε καθορισμένες εποχές του χρόνου. Όταν σπέρνουν τα χωράφια απαιτείται άμεσα η βροχή. Η εποχή της σποράς έχει επιλεχθεί για την περίοδο της βροχής, αλλά ποτέ δεν είναι κανένας σίγουρος αν θα βρέξει αμέσως όταν την θέλουν. Έτσι η σπορά συνδυάζεται με τελετουργίες γονιμικής μιμητικής μαγείας. Το ίδιο αναγκαίο είναι η βροχή και την άνοιξη όταν πρέπει να ωριμάσουν τα σπαρτά. Και πάλι οι άνθρωποι σκέφτονται τη γονιμική μιμητική μαγεία. Την άνοιξη και το φθινόπωρο η γονιμική μιμητική μαγεία είναι απαραίτητη στους ποιμένες αφού πρέπει να γίνει το χορτάρι. Από τον πρωτόγονο «σοφό» οι άνθρωποι είχαν κληρονομήσει και την ίδια την μύηση. Για να προσεγγίσει το θεό έπρεπε να καθαριστεί από κάθε ανομία. Για να φτάσει στο θεό όπως υποσχόταν με τη μύηση έπρεπε να κάνει κάθαρση, να νηστέψει, να λουστεί κ.λπ. Όλα είναι συμβολικές πράξεις. Και τότε ακολουθούσε η μύηση, γιατί μόνο μυημένοι μπορούσαν να επηρεάσουν το θεό. Όλα αυτά ισχύουν και τώρα. Μόνο που στο τροφοπαραγωγικό κόσμο οι γνώσεις πολλαπλασιάζονται με ταχύτητα που ούτε καν να τις φανταστεί δεν μπορούσε ο τροφοσυλλέκτης. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, βαθιές κοινωνικές αλλαγές θα διαμορφώσουν το ιερατείο και εκείνο με τη σειρά του θα διαμορφώσει τον κλειστό κύκλο των μυημένων και τα μυστήρια.
  Δημιουργούνται μόνιμοι οικισμοί χωριά και πόλεις. Η ομάδα που πληθαίνει χωρίζεται σε χωριστούς οικισμούς κοντά στην καλλιεργούμενη γη, αλλά η σοδειά είναι κοινή. Η σοδειά φυλάσσεται σε κεντρική αποθήκη και πρέπει να προσέχεται για να μη χαλάσει.
  Τη σοδειά τη μοιράζουν ίσα σ’ όλα τα μέλη. Ακόμα η τροφοπαραγωγή προκαλεί κατανομή εργασίας. Ενώ το κύριο μέρος της μικρής ή μεγάλης κοινωνίας καλλιεργεί τη γη, κάποιος πρέπει να κατασκευάζει αγγεία και εργαλεία που τώρα είναι σε μεγάλη ποικιλία και απαιτούν τεχνικές γνώσεις. Άλλοι συνεχίζουν να πηγαίνουν για κυνήγι.
  Άλλοι διαχειρίζονται την αποθήκη και τέλος καθοδηγούν και τις παραγωγικές διαδικασίες. Η αποθήκη είναι το ιερό της μικρής ή μεγάλης κοινωνίας γιατί έχει μέσα τις τροφές. Και καθώς χρειάζονται άνθρωποι για τη διαχείρισή της δημιουργείται μια ιδιαίτερη κάστα που θα ονομαστούν ιερείς επειδή εργάζονται στο ιερό της κοινωνικής ομάδας, όπου είναι και η αποθήκη με τα τρόφιμα.
  Την τροφοπαραγωγή την συνέλαβαν και την πραγματοποίησαν οι «σοφοί» των τροφοσυλλεκτικών ομάδων που συγκέντρωσαν τις αναγκαίες γνώσεις και τις επεξεργάστηκαν. Αυτοί αποτέλεσαν και τον πυρήνα του ιερατείου στη νέα κατάσταση.
  Τώρα έγιναν μια κάστα, που καθοδηγεί την ομάδα (την κοινότητα πια) στην εργασία, ενώ οι γνώσεις που συγκεντρώνει πληθαίνουν. Αυτοί διαχειρίζονται και την αποθήκη-ιερό.

  Το ιερατείο είναι ο φύλακας της γνώσης. Και καθώς το πεδίο της γνώσης επεκτείνεται με τα νέα δεδομένα, το ιερατείο που διαμορφώνεται σε κάστα αξιοποιεί την απασχόληση του με την γνώση ώστε να πάρει μια ανάλογη θέση στην κοινωνική συγκρότηση. Η κοινωνία διασπάται σε απασχολήσεις. Οι άνθρωποι της κάθε απασχόλησης εξειδικεύονται. Ξεχωρίζουν κατασκευαστές εργαλείων, οι κατασκευαστές αγγείων που τώρα είναι αναγκαία για τη συντήρηση της παραγωγής, αλλά και σε ξεχωριστές ομάδες καλλιεργητών και κτηνοτρόφων. Οι εμπειρίες είναι διαφορετικές και οι γνώσεις που απαιτούνται περισσότερο εξειδικευμένες. Το ιερατείο συγκεντρώνει όλες αυτές τις γνώσεις, έτσι που μπορεί να καθοδηγήσει και όλες τις δραστηριότητες. Το ιερατείο έχει και τη φροντίδα για την τέλεση της γονιμικής μιμητικής μαγείας, που τώρα δεν γίνεται τυχαία (όποτε έχει ανομβρία), αλλά συστηματική και ορισμένες εποχές ανάλογα με τις ανάγκες της καλλιέργειας. Και φυσικά δεν ήταν δυνατόν να συντονίζουν όλες τις ομάδες καλλιέργειας ή άλλων απασχολήσεων για την τέλεση της μαγείας την οποία έκριναν αναγκαία για την επιτυχία της καλλιέργειας. Έτσι την τέλεση της γονιμικής μιμητικής μαγείας την ανέλαβαν αποκλειστικά τα ιερά. Και τώρα ακριβώς η τέλεση της γίνεται μυστήριο.
  Το ιερατείο ντύνει τη γνώση με φανταχτερούς μύθους. Οι μύθοι ως ειδική μορφή έκφρασης είναι δημιουργήματα του τροφοσυλλέκτη ανθρώπου, αλλά τότε ήταν απλοί και επινοήθηκαν αποκλειστικά για να γίνουν κατανοητές οι γνώσεις. Ακόμα και στις ημέρες μας τα μικρά παιδιά δυσκολεύονται να αφομοιώσουν τη λογικά εκφρασμένη γνώση. Και για να την αφομοιώσουν χρησιμοποιούμε το παραμύθι ή στην εποχή μας την εικόνα. Για τους πρωτόγονους ανθρώπους, ο μύθος και η εικόνα (σπηλαιογραφία) έπαιζε ανάλογο ρόλο. Το ιερατείο δεν ενδιαφέρεται όμως, για την εκλαΐκευση της γνώσης, αλλά για την απόκρυψη της. Έτσι ο μύθος γίνεται σκοτεινός, αλλά με φανταχτερά στολίδια. Η σημασία του μύθου, δηλαδή η πραγματική γνώση ήταν γνωστή μόνο στους μυημένους, που αποτελούσαν τώρα το ιερατείο. Στο ευρύτερο κοινό δινόταν μόνο ο μύθος. Η μύηση σ’ αυτούς τους μύθους, η αποκάλυψη αυτών των μυστικών, ήταν μια πολύ σημαντική υπόθεση. Τα ιερατεία στους μεγάλους πολιτισμούς της Μ. Ανατολής έκαναν την γνώση επτασφράγιστο μυστικό, και με τον όρο επτασφράγιστο, κυριολεκτούμε. Στην Αίγυπτο απαιτούνταν επτά βαθμοί μύησης για να φτάσει στην πλήρη γνώση ο μυημένος πια.

  Κοντά στους επτά βαθμούς υπήρχαν δύο ακόμα. Όποιος έφτανε σ’ αυτούς τους βαθμούς γινόταν υιός του θεού. Μυστήρια λοιπόν είναι η μύηση του ανθρώπου στον κόσμο των θεών και η απόκτηση της μυστηριώδους δύναμης που επέτρεπε στο μυημένο να ζει κι αυτός στον κόσμο των θεών. Οι χριστιανοί λένε τις δυνάμεις αυτές «θεία χάρη», ενώ σε παλιότερες θρησκείες λεγόταν «θέωση». Τη μυστηριώδη αυτή δύναμη την αποκτούσαν οι μυημένοι πια στα μυστήρια μέσα από κάποιες τελετουργίες και συμβολικές πράξεις. Στα Ελευσίνια μυστήρια η κορυφαία τελετουργία ήταν τα εποπτικά μυστήρια που ήταν η τρίτη και τελευταία φάση των μυστηρίων. Στα εποπτικά έπαιρναν μέρος μόνο μυημένοι από παλιότερους χρόνους όχι όσοι μυήθηκαν στο χρόνο της τέλεσης των μυστηρίων. Και τα εποπτικά έκλειναν με τα αποκαλυπτήρια: άνοιγαν τις δύο ιερές κίστες (καλάθια) και έδειχναν στους μυημένους το περιεχόμενο. Οι μυημένοι τα άγγιζαν και θεώνονταν ή αποθεώνονταν. Στους χριστιανούς το αντίστοιχο είναι το μυστήριο της «θείας ευχαριστίας», οπότε πρέπει να βγουν από το ναό οι μυούμενοι (κατηχούμενοι) και να μείνουν μόνο οι παλιοί πιστοί. Και η θέωση, η μεταφορά της θείας χάρης γίνεται με τη μετάληψη.
  Τα μυστήρια λοιπόν είναι τελετουργίες για την ευκαρπία της γης. Από την άποψη αυτή είναι προέκταση της γονιμικής μιμητικής μαγείας. Γίνονται ουσιαστικά από τον κλειστό κύκλο του ιερατείου και μυημένων σ’ αυτά. Γύρω στα ιερά συγκεντρώθηκαν τώρα και γυναίκες για τις ανάγκες των ιερών, ιερόδουλες, ή απλά δούλες του ιερού. Ακόμα και ο ναός του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ είχε ειδικό χώρο όπου ζούσαν οι ιερόδουλες οι οποίες ασκούσαν τελικά τα μυστήρια. Σ’ όλα τα ιερά της Μ. Ανατολής υπήρχαν ιερόδουλες που τελούσαν τα μυστήρια.
  Τα δρώμενα των μυστηρίων ήταν ουσιαστικά η παράσταση των φανταχτερών μύθων με τους οποίους κάλυπτε το ιερατείο τις γνώσεις γενικά και τους θεούς ειδικότερα.

  Στα δρώμενα υπήρχαν και λόγοι και έργα. Τα δρώμενα τα τελούσαν βασικά οι άνθρωποι των ιερών και συμμετείχαν οι μυημένοι.






Κεφάλαιο δεύτερο


  Βασικό στοιχείο στα μυστήρια όλης της Μ. Ανατολής είναι ο «θνήσκων θεός», ο θεός που πεθαίνει και ανασταίνεται. Είναι ο βασικός συμβολισμός της σποράς και της βλάστησης, της ταφής και της ανάστασης. Και αυτός ο «θνήσκων θεός» είναι το κεντρικό πρόσωπο στα δρώμενα των μυστηρίων. Αυτή τη μορφή του «θνήσκοντος θεού» μετέφεραν οι Χριστιανοί στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Και τα δρώμενα των μυστηρίων του «θνήσκοντος θεού» είναι σχεδόν ατόφια στις τελετουργίες τη Μεγάλης Εβδομάδας για τα πάθη και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού.
  Και το πρόσωπο αυτό που είναι παντού αρσενικό ακολουθεί μια γυναικεία μορφή, ερωμένη, σύζυγος, αδελφή. Υπάρχει και η περίπτωση της μητέρας που παρακολουθεί το «θνήσκοντα θεό».
  Στο Αιγαίο και στην Ελλάδα αλλάζει κάπως το σκηνικό. Ο «θνήσκων θεός» είναι θηλυκού γένους (η Περσεφόνη για τα Ελευσίνια μυστήρια), και την ανάσταση της την πετυχαίνει η μητέρα της (Δήμητρα).

  Στη Μ. Ανατολή την ανάσταση του «θνήσκοντος θεού», την πετυχαίνει η ερωμένη (Ιναννά, Ιστάρ, Αστάρτη, Κυβέλη, Αφροδίτη) ή η αδελφή-σύζυγος (Ίσιδα για τον Όσιρη, Άναθ για το Βάαλ). Οι κυριότεροι «θνήσκοντες θεοί», είναι ο Ταμμούζ ή Ντουμουζί στη Μεσοποταμία, ο Αδωνάι (Άδωνης) και ο Βάαλ στη Συρία-Παλαιστίνη, ο Τελεπινούς και ο Άττης στη Μ. Ασία. Στο Αιγαίο, «θνήσκοντες θεοί» είναι ο Καδμίλος, ο Διόνυσος και η Περσεφόνη. Η τελευταία προσδιορίζει μια διαφορετική κατηγορία μυστηρίων. Ο Καδμίλος και ο Διόνυσος εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο των αντίστοιχων θεών της βλάστησης στη Μ. Ανατολή.
  Στο γενικό πλαίσιο του άρρενα «θνήσκοντος θεού» εντάσσεται και ο χριστιανισμός. Ο Χριστός θανατώνεται και την τρίτη ημέρα ανασταίνεται στο κορύφωμα της φυσιολογικής άνοιξης. Η Ανάσταση είναι η ίδια η άνοιξη. Όλα τα πλαίσια που παρουσιάζονται στα δρώμενα των αρχαίων μυστηρίων παρουσιάζονται και στο χριστιανισμό κατά την εβδομάδα των παθών (Μεγάλη Εβδομάδα).
  Από τις θηλυκές θεότητες ερωμένες είναι, η Ιναννά ή Ιστάρ στη Μεσοποταμία, η Αστάρτη και η Ασταρόθ στη Συρία και η Κυβέλη στη Μ. Ασία. Αδελφή-σύζυγος είναι η Ίσιδα. Μητέρα είναι η Δήμητρα και η Παναγία.
  Όλα τα μυστήρια τελούνταν την εποχή της σποράς αλλά και της άνοιξης, όταν χρειάζονταν πολλές βροχές για την «ευκαρπία» της γης, ακριβώς την ίδια περίοδο που παλιότερα γινόταν η γονιμική μιμητική μαγεία για να βρέξει ώστε να γίνουν τα σπαρτά (υπέρ της «ευκαρπίας της γης»). Τα δρώμενα στα μυστήρια είναι ακριβώς η ταφή και η ανάσταση του «θνήσκοντος θεού» που συμβολίζει το σπόρο που πέφτει στη γη και βλασταίνει. Τα ιερατεία διαμόρφωσαν εντυπωσιακούς μύθους για τους «θνήσκοντες θεούς» που αποτελούν στην ουσία τα δρώμενα των μυστηρίων.

  Οι «θνήσκοντες θεοί» ξεφυτρώνουν σ’ όλες τις αναπτυγμένες τροφοπαραγωγικές κοινωνίες σχεδόν πανομοιότυποι στο συμβολισμό τους, αλλά με κάποιο διαφοροποιημένο μύθο.
  Τα παλιότερα μυστήρια, με βάση τα ιστορικά δεδομένα που έχουμε ως τώρα είναι εκείνα του Ταμμούζ ή Θαμμούζ ή Ντουμμουζί [2] στη Μεσοποταμία (Σουμερία, Ακκαδία και Βαβυλωνία). Στη Σουμερία η ερωμένη που τελικά τον ανασταίνει λεγόταν Ιναννά, ενώ στη Βαβυλωνιακή του εκδοχή η θηλυκή θεότητα λεγόταν Ιστάρ. Πρόκειται για δυο διαφορετικά ονόματα μιας ουσιαστικά θεότητας που χαρακτηρίζεται ως βασίλισσα των ουρανών και είναι η μητέρα Γη.
  Όπως συμβαίνει με όλα τα μυστήρια δεν σώθηκε το ιεροτελεστικό των μυστηρίων του Ταμμούζ. Ήταν όμως τόσο εντυπωσιακά που κέρδιζαν ακόμα και τους ξένους που έφταναν στη Μεσοποταμία.
Ακόμα και ο πιο φανατικά θεοκρατικός λαός της αρχαιότητας, οι Εβραίοι, όταν σύρθηκαν αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα μαγεύτηκαν από τα μυστήρια του Ταμμούζ ή Θαμμούζ. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ στο όνομα του Γιαχβέ (Ιεχωβά) καταγγέλλει τις γυναίκες των Εβραίων που παίρνουν μέρος στα μυστήρια, στους θρήνους για το Ταμμούζ (Θαμμούζ) ως ασέβεια προς το μοναδικό θεό. Λέει λοιπόν ο προφήτης Ιεζεκιήλ ότι του είπε ο Γιαχβέ [3]: «Και είπε προς εμέ, στρέψον έτι θέλεις ιδεί μεγαλύτερα βδελύγματα τα οποία ούτοι κάμνουσι. Και με έφερεν εις τα πρόθυρα της πύλης του οίκου του Κυρίου της προς βορράν και, ιδού εκεί εκάθηντο γυναίκες θρηνούσαι τον Θαμμούζ». Και για το αμάρτημα τους αυτό ο Γιαχβέ έχει εξοργισθεί και δεν πρόκειται να τους ελεήσει. Για τα δρώμενα στα μυστήρια σώθηκαν μόνο αποσπασματικά τμήματα του μύθου σε πινακίδες που είχαν καταστραφεί κατά ένα μέρος. Και σώθηκε μια καταγραφή στα σουμεριακά και μια άλλη στα ακκαδικά (βαβυλωνιακά). Και οι δυο παρουσιάζουν κενά ως προς τον καθαυτό ρόλο του Ταμμούζ ή Ντουμμουζί. Και στις δυο πινακίδες περιγράφεται η «Κάθοδος της Ιναννά (ή Iστάρ) στον Κάτω κόσμο». Δεν προσδιορίζεται γιατί ακριβώς το κάνει. Στη Βαβυλωνιακή καταγραφή υπάρχει η εξήγηση. Για να φέρει, να αναστήσει τον εραστή της νιότης της τον Ταμμούζ. Στα δρώμενα γίνονταν αναπαράσταση του μύθου που καταγράφεται στις πινακίδες, «Η κάθοδος της Ιναννά (ή Ιστάρ) στον κάτω κόσμο» αλλά και με τα τμήματα που λείπουν από αυτά που έχουμε και που ασφαλώς περιγράφει το πως και γιατί είχε κατέβει στον κάτω κόσμο ο Ταμμούζ. Υπήρχε ένα μυθοποιητικό κείμενο, σαν τον ομηρικό Ύμνο στη Δήμητρα που αποτελούσε ουσιαστικά το ποιητικό κείμενο για τα δρώμενα της Ελευσίνας. Ο αρχέτυπος μύθος είναι ο σουμεριακός, αλλά τελειότερος από κάθε άποψη είναι ο βαβυλωνιακός (ακκαδικός), και αυτόν παραθέτουμε (όπως φυσικά σώζεται). [4]
  Στη χώρα που δεν έχει γυρισμό, στο βασίλειο της Ερεσκιγκάλ γύρισε τη σκέψη της η Ιστάρ, η κόρη του Σίν. Μάλιστα η κόρη του Σιν γύρισε εκεί τη σκέψη της, στο σκοτεινό ανάκτορο που μένει η Ερεσκιγκάλ, στο σπίτι, απ’ όπου όποιος μπει δεν πρόκειται να βγει, στο δρόμο απ’ όπου δεν υπάρχει γυρισμός, στο σπίτι που το φως απαγορεύεται να μπει, όπου τροφή τους είναι η σκόνη και η λάσπη για προσφάι (όπου) κανείς δεν έχει φως και μένουν στο σκοτάδι, (όπου) φορούν για ρούχα τους φτερά πουλιών, (όπου) στις πόρτες και στα μάνταλα απλώνεται η σκόνη.
  Σαν έφτασε η Ιστάρ στην πύλη που δεν έχει γυρισμό είπε στο φύλακα της πύλης τούτα τα λόγια: «Ε! Φύλακα άνοιξε την πόρτα, άνοιξε την πόρτα να περάσω. Αν την Πύλη δεν ανοίξεις να περάσω θα σπάσω την Πύλη, θα ρίξω κάτω τις αμπάρες και τις κάσες της θα συντρίψω και θα την γκρεμίσω και θ’ αναστήσω τους νεκρούς, που απ’ την ζωή έχουν φύγει[5] και θάναι πιο πολλοί από τους ζωντανούς οι νεκροί». Κι ο φύλακας το στόμα του άνοιξε και είπε στην έξοχη Ιστάρ τούτα τα λόγια: «Στάσου κυρία μου να μην τη ρίξεις κάτω. Το όνομα σου θα αναγγείλω στη βασίλισσα Ε[ρεσκιγκάλ]» [6]. Κι ο φύλακας μπήκε και είπε στην Ερεσ[κιγκάλ]: «Μπροστά [στην πύλη] στέκει η αδελφή σας η Ιστάρ. Εκείνη που στηρίζει τα μεγάλα πανηγύρια, που τα βαθιά (νερά) ταράζει μπροστά στο β[ασιλιά] Ενχί». Σαν τ’ άκουσε όλα αυτά η Ερεσκιγκάλ κιτρίνισε σαν την κομμένη τη μυρίκη [7] ενώ τα χείλη της μαυρίσανε σα μώλωπας από καλάμι κουνινού (Kuninu). Τι έφερε την καρδιά της εδώ; Τι την ανάγκασε σε μένα να ’ρθει; Μήπως νερό πρέπει να πιει με τους Ανουννάκι; Μήπως να φάει πρέπει λάσπη για ψωμί και βρώμικο νερό να πιεί για μπύρα; Μήπως θα πρέπει να θρηνεί εκείνους π’ άφησαν πίσω τους τις χήρες τους; Μήπως θα πρέπει να θρηνεί τις κοπελιές που βίαια αποσπάστηκαν από τα γόνατα των εραστών τους, [ή] πρέπει να θρηνεί τα τρυφερά παιδιά που χάθηκαν πριν να ’ρθει η ώρα τους; [8] «Εμπρός, λοιπόν φύλακα της πύλης, την πύλη άνοιξε της και δέξου την με βάση τους παλιούς κανόνες». Κι’ ο φύλακας προχώρησε να της ανοίξει. «Κυρία μου περάστε και το Κουτού [9] για σας θα χαρεί. Και το παλάτι της χώρας που δεν έχει γυρισμό θα χαρεί στην παρουσία σας». Κι όταν στην πρώτη πύλη έμπαινε κι απ’ το κεφάλι της το στέμμα το μεγάλο της αφαίρεσε «Γιατί [του είπε], φύλακα μ’ αφαίρεσες το στέμμα το μεγάλο από το κεφάλι μου;» «Κυρία μου περάστε, αυτοί είναι οι νόμοι της αρχόντισσας του κάτω κόσμου».
  Κι όταν στη δεύτερη την πύλη επρόκειτο να μπει, από τ’ αυτιά της τα σκουλαρίκια της αφαίρεσε.
  «Φύλακα γιατί τα σκουλαρίκια μου αφαιρείς;» «Κυρία μου περάστε, αυτοί είναι οι νόμοι της αρχόντισσας του κάτω κόσμου».
  Κι όταν στην τρίτη πύλη επρόκειτο να μπει, τις αλυσίδες της αφαίρεσε από το λαιμό. «Φύλακα γιατί τις αλυσίδες μου απ’ το λαιμό αφαιρείς;» «Κυρία μου περάστε, αυτοί είναι οι νόμοι της αρχόντισσας του κάτω κόσμου».
  Κι όταν στην τέταρτη πύλη επρόκειτο να μπει, του στήθους της τα κοσμήματα της πήρε. «Φύλακα γιατί του στήθους μου πήρες τα κοσμήματα;» «Κυρία μου περάστε, αυτοί είναι οι νόμοι της αρχόντισσας του κάτω κόσμου».
  Κι όταν στην πέμπτη πύλη επρόκειτο να μπεί, τη ζώνη της αφαίρεσε απ’ τη μέση με τα πετράδια. «Φύλακα γιατί τη ζώνη μου με τα πετράδια αφαίρεσες από τη μέση μου;» «Κυρία μου περάστε, αυτοί είναι οι νόμοι της αρχόντισσας του κάτω κόσμου».
  Κι όταν στην έκτη πύλη επρόκειτο να μπεί, της πήρε τα βραχιόλια από τα χέρια και τα πόδια. «Φύλακα γιατί μου πήρες τα βραχιόλια από τα χέρια και τα πόδια;» «Κυρία μου περάστε, αυτοί είναι οι νόμοι της αρχόντισσας του κάτω κόσμου».
  Κι όταν στην έβδομη πύλη επρόκειτο να μπεί, της έβγαλε και τα ρούχα από το σώμα.
  «Φύλακα γιατί μ’ αφαίρεσες και τα ρούχα ακόμα;» «Κυρία μου περάστε, αυτοί είναι οι νόμοι της αρχόντισσας του κάτω κόσμου».
  Μόλις κατέβηκε η Ιστάρ στη χώρα που δεν είχε γυρισμό την είδε η Ερεσκιγκάλ και στάθηκε μπροστά της. Και η Ιστάρ χωρίς περίσκεψη έτρεξε κοντά της. Η Ερεσκιγκάλ άνοιξε το στόμα της να πει τούτα τα λόγια στο βεζύρη της Ναμτάρ. «Εμπρός Ναμτάρ κλείδωσε [την] [μέσα στο παλάτι] μου και εξαπέλυσε ενάντια της Ιστάρ, τις εξήντα δυστυχίες. Τη δυστυχία των ματιών [ενάντια] στα [μάτια] της, τη δυστυχία των πλευρών [ενάντια] στα [πλευρά] της, τη δυστυχία της καρδιάς εν[άντια στην καρδιά της], τη δυστυχία των ποδιών εν[άντια στα πόδια] της, τη δυστυχία του κεφαλιού εν[άντια στο κεφάλι της]. Ενάντια σε κάθε μέρος της, [σ’ όλο της το σώμα]».
  Όταν η δέσποινα Ιστάρ κατέβηκε στη χώρα που δεν έχει γυρισμό, ο ταύρος δεν βάτευε πια την αγελάδα [ο γάιδαρος δεν γκάστρωνε την γαϊδάρα] [ο άντρας δεν γκάστρωνε] στο δρόμο την κοπέλα. Ο άντρας έμενε [στο δωμάτιο (του) κι η κόρη στο δικό της] [.........β]..........[..........].

  Η άλλη όψη της πινακίδας:
  Το θάρρος του Παπσουκκάλ του βεζύρη των μεγάλων θεών έπεσε πολύ, το πρόσωπο του [συννέφιασε]. Ντύθηκε στα πένθιμα κι άφησε τα μαλλιά του να μεγαλώσουν. Προχώρησε μπροστά ο Παπσουκκάλ κι έφτασε κλαίγοντας μπροστά στον πατερά του τον Σιν [10] και τρέχανε τα δάκρυα μπροστά στο βασιλιά Εά [11]. «Η Ιστάρ πήγε στον Κάτω κόσμο και ακόμα δεν γύρισε. Κι από τότε που η Ιστάρ κατέβηκε στη χώρα που δεν έχει γυρισμό ο ταύρος δεν βατεύει την αγελάδα, ο γάιδαρος δεν γκαστρώνει τη γαϊδάρα, ο άντρας δεν γκαστρώνει στο δρόμο την κοπέλα, ο άντρας κάθεται στο χωριστό (του) διαμέρισμα και η κοπέλα στο δικό της».
  Ο Εά μέσα στη σοφία του συνέλαβε μια σκέψη και δημιούργησε τον Ασουσουναμίρ, έναν ευνούχο. Σήκω επάνω Ασουσουναμίρ και προχώρησε στην πύλη της χώρας που δεν έχει γυρισμό. Οι επτά πύλες της χώρας που δεν έχει γυρισμό θ’ ανοίξουνε για σένα. Όταν σε δει η Ερεσκιγκάλ, θα χαρεί για την παρουσία σου [12]. Και όταν ηρεμήσει η καρδιά της θα γίνει ευχάριστη. Και τότε ζήτησε της όρκο να πάρει στους μεγάλους θεούς. (Κι ύστερα) σήκωσε το κεφάλι σου και θύμισε της το ασκί με το νερό της ζωής. «Δέσποινα παρακαλώ ας μου δώσουν το ασκί με το νερό της ζωής. Το νερό από το οποίο πρέπει να πιω». Όταν ακούσει αυτά τα λόγια η Ερεσκιγκάλ θα δείξει ότι στενοχωριέται και θα δαγκώσει το δάκτυλο της [13]. «Μου ζητάς κάτι που δεν έπρεπε να το ζητήσεις. Πλησίασε Ασουσουναμίρ και μια κατάρα θα σου πω πολύ μεγάλη: Τροφή από την πόλη Γκουτάν να είναι η τροφή σου. Να πίνεις νερό από τους υπονόμους. Οι σκιές των τειχών να είναι το μέρος που θα μένεις. Το κατώφλι να είναι η κατοικία σου. Η μέθη και η δίψα να παίζουνε στα μαγουλά σου».
  Κι ύστερα η Ερεσκιγκάλ άνοιξε το στόμα της κι είπε (τούτα) τα λόγια στο βεζύρη της Ναμτάρ: «Σήκω απάνω Ναμτάρ και χτύπα με το πόδι σου στο Εγκαλζίνα [14]. Στόλισε το κατώφλι με κοράλλινη πέτρα. Φέρε από κει τους Ανουννάκι [15] και κάθισέ τους στους χρυσούς τους θρόνους. Ράντισε την Ιστάρ με το νερό της ζωής και δίωξε την από μπροστά μου».  
  Και ο Ναμτάρ προχώρησε, χτύπησε με το πόδι του στο Εγκαλζίνα, στόλισε το κατώφλι με κοράλινη πέτρα, έβγαλε τους Ανουννάκι και τους κάθισε στους χρυσούς θρόνους, ράντισε την Ιστάρ με το νερό της ζωής και την απομάκρυνε από μπροστά της. Και όταν πέρασε την πρώτη πύλη για να βγει έξω της επεστράφησαν τα ρούχα της για να ντυθεί και όταν έφτασε στη δεύτερη πύλη καθώς έβγαινε έξω της επεστράφησαν τα βραχιόλια των χεριών και των ποδιών της, και όταν έφτασε στην τρίτη πύλη για να βγει έξω της επεστράφηκε η ζωστήρα με τα πετράδια για τη μέση της, και όταν έφτασε στην τέταρτη πύλη για να βγει έξω της επεστράφησαν τα στολίδια του στήθους της, και όταν έφτασε στην πέμπτη πύλη για να βγει έξω της επεστράφησαν οι αλυσίδες του λαιμού της, και όταν έφτασε στην έκτη πύλη για να βγει έξω της επεστράφησαν τα σκουλαρίκια της, και όταν έφτασε στην έβδομη πύλη για να βγει έξω της επεστράφηκε το μεγάλο στέμμα της κεφαλής της. «Αν δεν δώσει τα λύτρα που απαιτούνται γύρισέ την πίσω. Όσο για τον Ταμμούζ τον εραστή της νιότης της πλύνετε τον με καθαρό νερό κι αλείφτε τον με μαλακό λάδι. Ντύστε τον με κόκκινα ρούχα και βάλτε τον να παίζει αυλό από λαζουρίτη [16]. Αφήστε τις πόρνες [17] να [του] φτιάξουνε το κέφι». [Όταν] ο Μπελίλι που σφυρηλ[ατούσε] τα κοσμήματα της [....] [και] η ποδιά [της] γέμισε με «πέτρες-μάτια».
  Ακούγοντας το θόρυβο της αδελφής του ο Μπελίλι πέταξε τα κοσμήματα [...]. Κι έτσι οι «πέτρες-μάτια» γέμισαν [...]. «Μόνο ο αδελφός μου δεν θα κάνει κακό σε μένα την ημέρα που ο Ταμμούζ θα έλθει σε μένα. Κι όταν μαζί του θα ’ρθει ο αυλός από λαζουρίτη και το δαχτυλίδι από Καρνέλια πέτρα, κι όταν μαζί του θα έρθουν σε μένα οι άντρες και οι γυναίκες που θρηνούν, μπορεί να αναστηθεί και ο νεκρός και να μυρίσει το λιβάνι».


  Στη Σουμεριακή καταγραφή ο μύθος φαίνεται να ήταν πιο μεγάλος σε έκταση και παρουσιάζει και κάποιες σημαντικές διαφορές. Σημειώνουμε ότι η Σουμεριακή καταγραφή είναι πολύ παλιότερη από τη Βαβυλωνιακή. Έχει όμως και αυτή η καταγραφή πολλά κενά έτσι που δεν έχει πληρότητα [18].
  Και στα Σουμεριακά, η Βασίλισσα των Ουρανών η Iναννά αποφασίζει να κατεβεί στον Κάτω Κόσμο, στον κόσμο απ’ όπου δεν έχει γυρισμό. Δεν εξηγεί τους λόγους που αναγκάζουν τη Βασίλισσα των Ουρανών να κατεβεί εκεί που βασιλεύει η αδελφή της Ερεσκιγκάλ. Η Βασίλισσα των Ουρανών για το σκοπό αυτό στολίζεται από τις εφτά πόλεις που είχε ιερά. Και ονοματίζει τα στολίδια από την κάθε πόλη στα οποία είχε ιερό της Ιναννάς. Και στη Σουμεριακή καταγραφή η Ιναννά έχει δώσει εντολή στη Βεζύρισσά της για το πως έπρεπε να τη σώσει αν δεν επέστρεφε σε τρεις ημέρες.
  Σημειώνουμε εδώ ότι και ο Χριστός στα αντίστοιχα χριστιανικά μυστήρια ανασταίνεται την τρίτη ημέρα.
  Την τρίτη ημέρα, η βεζύρισσά της Νινσουμπούρ όπως την είχε διατάξει, πήγε πρώτα στον Ενλίλ [19] και του ζήτησε να σώσει τη βασίλισσα των Ουρανών, αλλά ο Ενλίλ αρνήθηκε να βοηθήσει. Το ίδιο έκανε και ο Ναννά, οπότε η Νινσουμπούρ κατέφυγε στον Ενκί το θεό της σοφίας που την βοήθησε, όπως ακριβώς και στην «Κάθοδο της Ιστάρ στον Κάτω Κόσμο».
  Το ιδιαίτερο της Ιναννά και του Ντουμουζί αρχίζει με την απελευθέρωση της από τον Κάτω Κόσμο. Καθώς απελευθερώνεται από τον Κάτω Κόσμο συνοδεύεται από νεκρούς, φαντάσματα και θεότητες που έμεναν στον Κάτω Κόσμο. Ακολουθούμενη από το πλήθος αυτών των φαντασμάτων η Ιναννά περιφερόταν από πόλη σε πόλη. Καθώς περνούσε από τις πόλεις όπου υπήρχαν ιερά της, παρουσιάζονταν διάφορες θεότητες που έσπευδαν να την προσκυνήσουν. Πρώτα παρουσιάστηκε η βεζύρισσά της Νινσουμπούρ. Τα φαντάσματα θέλησαν να την απάγουν στον Κάτω Κόσμο, αλλά η Ιναννά τους εξήγησε τι της έχει προσφέρει και τους ζήτησε να μην την πειράξουν. Ύστερα η Ιναννά με την τρομερή της συνοδεία πήγε στην πόλη της Ούμμα, όπου συνάντησε το θεό προστάτη της πόλης Σαρά που έσπευσε και αυτός να την προσκυνήσει. Και πάλι οι δαίμονες του Κάτω Κόσμου απειλούν, να τον κατεβάσουν στον Κάτω Κόσμο, αλλά και πάλι τους αποτρέπει η Ιναννά. Συνεχίζει την πορεία της στην πόλη Μπαντιμπίρα όπου ήταν το ιερό της Ιναννά, το Ομουσκαλάμμα. Εκεί σπεύδει να την προσκυνήσει ο θεός προστάτης της πόλης Λαταράκ. Γι’ άλλη μια φορά οι δαίμονες της συνοδείας της προσπάθησαν να τον σύρουν στον Κάτω Κόσμο, αλλά τους εμπόδισε η Ιναννά. Συνεχίζει την πορεία της προς μια πόλη που το όνομα της είναι κατεστραμμένο στην πινακίδα. Ίσως να πρόκειται για την Ερέχ, όπου ήταν το κύριο ιερό της Ιναννά, το περίφημο Κουλλάμπ που βρισκόταν κοντά στην πόλη. Και εδώ συμβαίνει το πιο εντυπωσιακό επεισόδιο απ’ όλο το μύθο.
  Στο Κουλλάμπ ο θεός προστάτης της πόλης Ντουμουζί αρνείται να προσκυνήσει και να πέσει στα πόδια της Ιναννά. Στεκόταν στον πιο ψηλό θρόνο και αδιαφορούσε στην παρουσία της Ιναννά. Και τότε η Ιναννά παραδίδει τον Ντουμουζί στα χέρια των δαιμόνων προφανώς για να τον πάνε στον Κάτω Κόσμο. Ο Ντουμουζί ξεσπάει σε κλάματα και ικετεύει τον ηλιακό θεό Ουτού να τον σώσει από τους δαίμονες. Και εδώ κόβεται το κείμενο. Δεν έχουμε την συνέχεια και δεν ξέρουμε το τέλος του. Δεν ξέρουμε πως αναστήθηκε ο Ντουμουζί. Γιατί ο Ντουμουζί είναι ο Ταμμούζ και με τη δική του Ανάσταση ολοκληρώνεται το μυστήριο.
  Και στην «Κάθοδο της Ιστάρ στον Κάτω Κόσμο» έχουμε ανάλογο μύθο. Όταν κατεβαίνει η Ιστάρ δεν έχει συγκεκριμένο στόχο. Δεν φαίνεται να υπάρχει στον Κάτω Κόσμο ο Ταμμούζ. Στον μύθο της Ιστάρ βγαίνει η ίδια από τον Κάτω Κόσμο, χωρίς φυσικά να φέρει μαζί της τον Ταμμούζ. Οι Πινακίδες παρουσιάζουν και εκεί μεγάλα κενά. Λείπουν μεγάλα κείμενα. Ο συνδυασμός των δύο κειμένων μας δίνει μια καλύτερη εικόνα της όλης τελετουργίας του μυστηρίου.
  Η Κάθοδος της Ιναννά ή της Ιστάρ στον Κάτω Κόσμο δεν γίνεται για να φέρει πίσω τον «Εραστή της νιότης» αφού δεν βρίσκεται εκεί. Από την Ιναννά ξέρουμε ότι ο Ντουμουζί βρισκόταν στην Κουλλάμπ. Εκεί τον βρήκε η Ιναννά όταν πέρασε με τους δαίμονες του Κάτω Κόσμου. Και εκεί έδωσε εντολή να τον πάρουν για τον Κάτω Κόσμο. Το ίδιο πρέπει να έγινε με τον Ταμμούζ. Κάποια στιγμή η Ιστάρ έδωσε εντολή να κλειστεί ο Ταμμούζ στον Κάτω Κόσμο. Και ύστερα η ίδια η Ιναννά ή Ιστάρ ανασταίνει τον εραστή της νιότης. Και με την ανάσταση του, τη βλάστηση της άνοιξης αρχίζει η χαρά και η ευφορία στον κόσμο.
  Με την Κάθοδο της Ιναννά ή της Ιστάρ στον Κάτω Κόσμο, σημειώνεται η εποχή του χειμώνα όταν νεκρώνει η φύση. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν υπάρχει αιτιολογία της καθόδου της θεάς στον Κάτω Κόσμο. Είναι η φυσική συνέπεια του χρόνου. Ανεβαίνοντας η θεά στον Επάνω Κόσμο φυλακίζει στον Κάτω Κόσμο τον εραστή της, σύζυγο, και αδελφό της, δηλαδή αφήνει το σπόρο ενέχυρο όπως τονίζεται σε κάποιους στίχους της καθόδου της Ιστάρ. Ο σπόρος θα βλαστήσει και θα βγει πια μόνος του στον Επάνω Κόσμο. Δεν ξέρουμε αν υπήρχε στα κείμενα των πινακίδων παρέμβαση της θεάς στην Ανάσταση, στη βλάστηση του σπόρου. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα είχαμε παρέμβαση. Ο σπόρος βλάστησε μόνος του. Και η Ιναννά ή Ιστάρ, αγαλλιάζει βλέποντας το νεαρό βλαστάρι να ξεπετάγεται. Και πρέπει να το φροντίσει, να του εξασφαλίσει τη βροχή για να μεγαλώσει και να καρπίσει.
  Τα μυστήρια του Ταμμούζ και Ντουμουζί ήταν μια παράσταση των όσων αναφέρονται στην κάθοδο της Ιστάρ ή της Ιναννά στον Κάτω Κόσμο μαζί με όσα λείπουν από τις πινακίδες που βρέθηκαν. Στο πρώτο μέρος, της καθόδου της Ιστάρ ή Ιναννά στον Κάτω Κόσμο συμβολιζόταν ο χειμώνας όταν η γη νέκρωνε. Η Ιστάρ ή Ιναννά πέθαναν και αναστήθηκαν με το μαγικό ράντισμα, δηλαδή με τη βροχή. Ο Εά ή Ενκί εκτός από θεός της Σοφίας είναι θεός των γλυκών νερών. Αυτός είχε τη δύναμη να αναστήσει τη φύση, να δώσει ζωή στη γη.
  Σε συνέχεια έρχεται ο μύθος του «θνήσκοντος θεού». Ο Ταμμούζ ή ο Ντουμουζί με απόφαση της ερωμένης του ή συζύγου και αδελφής του φυλακίζεται στον Κάτω Κόσμο. Ο σπόρος ρίχνεται στη γη. Και θα αναστηθεί σε νέα ζωή με τη βλάστηση. Η νέα ζωή, η Ανάσταση είναι η βλάστηση.
  Τα δρώμενα των μυστηρίων του Ταμμούζ ή Ντουμουζί είναι η αναπαράσταση του μύθου με κορύφωμα την παράδοση του Ταμμούζ ή Ντουμουζί στους δαίμονες του Κάτω Κόσμου. Από ανάλογες περιπτώσεις «άλλων θνησκόντων θεών» γνωρίζουμε ότι με την εξαφάνιση του «θνήσκοντος θεού» ακολουθεί ξηρασία σ’ ολόκληρη τη γη. Η βλάστηση καταστρέφεται, τα ζώα χάνονται και τότε δεν υπάρχουν ούτε για προσφορές στους θεούς, ούτε για να φάνε οι άνθρωποι.
  Και τότε θεοί και άνθρωποι αναζητούν το χαμένο θεό της βλάστησης «το θνήσκοντα θεό». Και όταν τον ξαναβρούνε και τον επαναφέρουν στη ζωή (Ανάσταση, ή βλάστηση) η ζωή ξαναρχίζει, οι βροχές φέρνουν τη βλάστηση, τα ζώα πολλαπλασιάζονται και η φύση όλη γιορτάζει. Είναι η άνοιξη. Στα δρώμενα γίνεται αναπαράσταση της ταφής και της ανάστασης όπως την Μεγάλη Εβδομάδα που οι χριστιανοί κάνουν αναπαράσταση των παθών της ταφής και κλείνουν με την Ανάσταση. Ακριβώς έτσι ήταν και τα μυστήρια του Ταμμούζ ή Ντουμουζί. Μια εβδομάδα θρηνούσαν για το χαμό του Ταμμούζ ή Ντουμουζί. Την έβδομη ημέρα ήταν η Ανάσταση, η βλάστηση με μια έκρηξη χαράς. Ήταν η στιγμή που το μυστήριο κορυφωνόταν. Οι ιερόδουλες τελούσαν τη γονιμική μιμητική μαγεία. Αυτό που ο χριστιανισμός το έχει διατηρήσει με το συμβολικό φιλί της αγάπης μετά την Ανάσταση και που στα Αρχαία Ελληνικά μυστήρια Καβείρια, Ορφικά, Διονυσιακά και Ελευσίνια λέγονταν όργια και ήταν ένας ξέφρενος ερωτισμός στα χωράφια, για να παρακινήσουν τον Ουρανό να ρίξει το σπέρμα του στη γη (τη βροχή).
  Οι αρχαίοι πίστευαν απόλυτα σ’ αυτήν την πρακτική. Οι χριστιανοί που τήρησαν όλη την πρακτική των αρχαίων μυστηρίων σε μια συμβολική έκφραση, κάνουν συμβολικά αυτήν την πρακτική χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει τι ακριβώς σημαίνει ο συμβολισμός τους, είτε λέγεται θεία μετάληψη, είτε λέγεται φιλί της αγάπης.
  Το κείμενο που καταγράφεται ως «Κάθοδος της Iσταρ στον Κάτω Κόσμο» είναι μέρος ενός ευρύτερου κειμένου όπου περιγραφόταν με κάθε λεπτομέρεια το μυστήριο του Ταμμούζ. Στο κείμενο υπάρχουν μια σειρά τελετουργίες μαγείας που φαίνεται να αποτελούσαν μέρος της προσπάθειας να πετύχουν ευκαρπία της γης. Ο Ταμμούζ είναι ο συμβολισμός του σπόρου που σπέρνεται στη γη. Και η όλη τελετουργία που γίνεται, τα δρώμενα του μυστηρίου, έχουν στόχο να ενισχύσουν την παραγωγική ικανότητα της γης. Στην κάθοδο της θεάς στον Κάτω Κόσμο (συμβολισμός του χειμώνα) η γη ερημώνεται, ενώ στην άνοδο της θεάς και του «εραστή της νιότης της» Ταμμούζ ολόκληρη η φύση ανασταίνεται. Οι πιστοί που παίρνουν μέρος στην τέλεση του μυστηρίου θρηνούν όταν η θεά δεσμεύεται στον κάτω κόσμο και ξεσπάνε σε εκδηλώσεις χαράς όταν εμφανίζεται πάλι στη γη η θεά με τον Ταμμούζ. Και τότε ακολουθεί η γονιμική μιμητική μαγεία. Όταν ντύνουν και στολίζουν τον αναστημένο πια Ταμμούζ η θεά διατάσσει να αφήσουν τις «πόρνες να του φτιάξουν το κέφι».
  Είναι η τέλεση της γονιμικής μιμητικής μαγείας, που εδώ γίνεται με τις ιερόδουλες των ιερών και τους μυημένους του ιερατείου.
  Ο λαός θα πάρει μέρος στο ξεφάντωμα της ανάστασης, αλλά δεν γνωρίζει το συμβολισμό. Η μύηση, η αποκάλυψη του μυστικού δεν γίνεται σ’ αυτήν την τελετουργία.
  Δεν σώθηκε κάτι που να μας δείχνει πως ακριβώς γίνεται η μύηση και η επικύρωση της μεταφοράς της θείας χάρης.
  Η τέλεση των μυστηρίων για την ευκαρπία της γης παντού γίνονται από μυημένους και τις ιερόδουλες των ναών. Ο λαός συμμετέχει χωρίς να φτάνει ως τα αποκαλυπτήρια που κλείνουν τις τελετές.
  Το μεγάλο μυστικό, το μυστήριο, το κρατούν οι μυημένοι και οι ιερόδουλες. Και στην τελική φάση, που στα Ελευσίνια μυστήρια λεγόταν «Εποπτικά» δεν έπαιρναν μέρος ούτε οι μυούμενοι, δηλαδή αυτοί που δεν είχαν ολοκληρώσει την μύησή τους.

  Για τη μύηση στα μυστήρια του Ταμμούζ ή Ντουμουζί δεν έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία. Ίσως το μεγάλο Έπος «Ενούμς Έλις» να δίνει κάποιο νόημα στη μύηση.
  Το ίδιο ισχύει και για το σύνολο σχεδόν των μυστηρίων. Εξαίρεση έχουμε στα Αιγυπτιακά μυστήρια, όπου δεν έχουμε τα καθαρά δρώμενα, αλλά έχουμε τη μύηση κάπως αποσπασματική, αλλά οπωσδήποτε τα αποσπάσματα αποδίδουν την ουσία της μύησης.
  Για την μύηση γενικά υπάρχει ειδικό κεφάλαιο στο τέλος αυτού του βιβλίου. Το υλικό της μύησης περιλαμβάνεται στα λεγόμενα Ερμητικά Κείμενα, κείμενα που σώθηκαν σε ελληνική απόδοση που έγινε από τον ιερέα της Αιγύπτου Μανέθωνα και τον Έλληνα ιερέα των Ελευσίνιων Τιμόθεο.






Κεφάλαιο τρίτο


  Κέντρο των μυστηρίων της Αιγύπτου, που γίνονται όπως παντού για την ευκαρπία της γης, είναι ο Όσιρης και η σύζυγος του και αδελφή του Ίσιδα, θεά της μαγείας προσωποποίηση της γης. Ο Όσιρης είναι «θνήσκων θεός» αλλά πολύ διαφορετικός από τον Ταμμούζ.
  Στην Αίγυπτο η γονιμοποιός δύναμη της γης είναι ο ποταμός Νείλος με τις πλημμύρες του και τα κανάλια του που παροχετεύουν τα νερά του. Τα κανάλια είναι έργα ανθρώπων. Έτσι οι Αιγύπτιοι δίνουν στον Όσιρη όλα τούτα τα χαρακτηριστικά. Ο σκοπός των μυστηρίων είναι να γίνουν πιο πλούσιες οι πλημμύρες και να συντηρούνται τα κανάλια.
  Ο Όσιρης έχει διαφορετικές ιδιότητες: Είναι βασιλιάς της Αιγύπτου που δίδαξε στους Αιγυπτίους την καλλιέργεια της γης. Γίνεται «θνήσκων θεός» επειδή τον δολοφόνησε ο αδελφός του Σέτ (Τυφώνας για τους Έλληνες), για να του πάρει τη βασιλεία.
  Η περιπέτεια του νεκρού θεού στο Νείλο, η ανακάλυψη του, η μεταφορά του στην Αίγυπτο και το κομμάτιασμά του από το Σετ προσδιορίζουν τον καθαρά Αιγυπτιακό χαρακτήρα του. Την νίκη κατά του Σετ την κέρδισε ο γιος του Όσιρη, Ώρος.
  Ο ίδιος ο Όσιρης μετά το κομματιαστά του δεν επανέρχεται στη ζωή, αλλά γίνεται κριτής των ψυχών στον Κάτω Κόσμο με το όνομα Χέντ Αμεντί.

  Έτσι ο Όσιρης γίνεται το κεντρικό πρόσωπο πολλών και ετερόκλητων τελετουργιών. Το ίδιο ίσχυε και για την Ίσιδα που κατέχει την τέχνη της μαγείας την οποία χρησιμοποιούν ακόμα και οι Θεοί.
  Με τον Όσιρη και την Ίσιδα συνδέονται πολλές και ποικίλης μορφής τελετουργίες. Μια απ’ αυτές είναι το «μυστήριο» για την ευκαρπία της γης. Και σ’ αυτήν την τελετουργία γίνεται «Θνήσκων θεός». Ο ειδικός μελετητής της Μυθολογίας της Μέσης Ανατολής Σάμουελ Χένρυ Χόουκ (Samuel Henry Hooke) [20] γράφει:
  Τρία κύρια στοιχεία βρίσκονται στη βάση του πολυσύνθετου θέματος τελετών και μύθων που έχουν για κεντρική μορφή τον Όσιρη. Το πρώτο είναι το πολιτικό στοιχείο. Ο μύθος της διαμάχης ανάμεσα στον Όσιρη και τον αδελφό του Σετ, απηχεί δηλαδή τη σύγκρουση ανάμεσα στην Άνω και Κάτω Αίγυπτο, που τελικά οδήγησε στη δημιουργία ενός ενωμένου βασιλείου. Το δεύτερο είναι το αγροτικό στοιχείο. Ο Όσιρης είναι θεός της βλάστησης. Σαν τον Ταμμούζ είναι ο Θεός που πεθαίνει με το μαρασμό της βλάστησης και ξαναγεννιέται πάλι με το άνθισμά της. Το τρίτο είναι το εσχατολογικό στοιχείο. Ο Όσιρης είναι ο Χέντ-Αμεντί ο κύριος του Κάτω Κόσμου. Είναι πρόεδρος του δικαστηρίου που αποφασίζει για την τύχη των ψυχών. Απ’ αυτή την άποψη, όπως είναι φανερό, συνδέεται άμεσα με τις πολύπλοκες τελετές της ταρίχευσης των νεκρών.
  Περίληψη του μύθου του Όσιρη περιέρχεται στην πραγματεία–έργο του Πλούταρχου «Περί της Ίσιδος» και είναι γενικά παραδεκτό ότι ο Πλούταρχος αντλεί στοιχεία από πρώιμες Αιγυπτιακές πηγές, όπως είναι τα Κείμενα των Πυραμίδων. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτά τα στοιχεία ο Όσιρης ήταν ένας εκπολιτιστικός ήρωας που δίδαξε στους αρχαίους Αιγυπτίους την τέχνη των αγροτικών καλλιεργειών και την επεξεργασία των μετάλλων (μεταλλοτεχνία). Κατά το μύθο, ο Όσιρης ήταν γιος του θεού της γης Γεβ, αδελφή και γυναίκα του ήταν η θεά Ίσις, συγκυβερνήτης του στην Αίγυπτο και βοηθός στα φιλάνθρωπα έργα του. Το 28ο έτος της βασιλείας του δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Τυφώνα – έτσι ονομάζει ο Πλούταρχος το θεό Σετ.
  Στη διάρκεια μιας γιορτής, ο Σετ με εβδομήντα δύο ακόμη ακόλουθους, που ήταν μυημένοι στη συνωμοσία, παρακίνησε τον αδελφό του δήθεν στ’ αστεία να μπει μέσα σ’ ένα κιβώτιο, το οποίο αμέσως μετά έριξε στο Νείλο. Το κιβώτιο με το πολύτιμο φορτίο επέπλεε στο Νείλο, παρασύρθηκε μέχρι την εκβολή του ποταμού στην Τάνιδα στη Μεσόγειο και τελικά κατέληξε στη Βύβλο. Εξαιτίας αυτού του περιστατικού του μύθου, ο Όσιρης αποκαλείται στα Κείμενα των Πυραμίδων «πνιγμένος».
  Η Ίσις γεμάτη θλίψη αναζητάει παντού τον άντρα της φτάνει κάποτε στη Βύβλο, όπου βρίσκει το κιβώτιο, βάζει μέσα σ’ ένα φέρετρο το νεκρό σώμα του Όσιρη και το μεταφέρει στη Βουτό (Buto).
  Πιο  κάτω  δίνουμε  το  μύθο  του  Όσιρη  ως  «θνήσκοντος  θεού»  όπως  τον  δίνει  ο Πλούταρχος: [21]
  Ο μύθος δε ούτος, τον οποίον διηγούνται, αφού αφαιρεθούν τα τελείως άχρηστα και περιττά, είναι ως εξής: Λέγουν ότι η Ρέα συνευρέθη κρυφίως μετά του Κρόνου και ότι ο Ήλιος αντιληφθείς κατηράσθη αυτήν να μη δυνηθή να γέννηση εις κανένα μήνα και εις κανένα έτος. Αλλ’ ο Ερμής καταληφθείς από έρωτα προς την θεάν έτυχεν ικανοποιητικών περιποιήσεων από αυτήν, έπειτα δε παίξας πεσσούς με την σελήνην εκέρδισε από αυτήν το εβδομηκοστόν μέρος κάθε φωτεινής εμφανίσεως της, από τα εβδομηκοστά δε αυτά αφαίρεσε πέντε ημέρας, και προσέθεσεν αυτάς εις τας τριακοσίας εξήκοντα ημέρας του έτους, τας οποίας οι Αιγύπτιοι σήμερον ονομάζουν επαγομένας, δηλαδή προσθέτους, και εορτάζουν αυτάς ως γενεθλίους ημέρας των θεών.
  Και κατά μεν την πρώτη ημέραν λέγουν ότι εγεννήθη ο Όσιρης και ότι κατά την στιγμήν της γεννήσεως του ηκούσθη φωνή αναγγέλουσα ότι εγεννάτο ο κύριος του Σύμπαντος. Άλλοι δε ισχυρίζονται ότι ένας Παμύλης, ενώ εγέμιζεν ύδωρ, ήκουσε φωνήν από τον ναόν του Διός εις τας Θήβας [22], η οποία τον διέτασσε να αναγγείλη γεγωνυία τη φωνή ότι ο Όσιρης, ο μέγας βασιλεύς, ο ευεργέτης του Σύμπαντος εγεννήθη, και δι’ αυτό ο Κρόνος παρέδωκεν εις αυτόν τον Όσιρην, εκείνος τον ανέθρεφεν και προς τιμήν του εορτάζουν την εορτή των Παμυλίων, παρομοίαν με την ιδικήν μας των Φαλληφορίων [23]. Κατά δε την δευτέρα ημέραν εγεννήθη ο Αρούηρις ή Απόλλων, τον οποίον άλλοι ονομάζουν και πρεσβύτερον Ώρον, την δε τρίτην ο Τυφών όχι εις τον κατάλληλον μήνα και δια της φυσικής οδού, αλλά κτυπήσας την πλευράν της μητρός του διέρρηξεν αυτήν και δι’ ενός πηδήματος εξήλθε. Την τετάρτην ημέραν εγεννήθη η Ίσις εις υγρούς τόπους, την δε πέμπτην η Νέφθυς, την οποίαν ονομάζουν και Τελευτήν και Αφροδίτην, μερικοί δε και Νίκην. Προσθέτουν δε ότι ο μεν Όσιρης και ο Αρούηρις είχον πατέρα τον Ήλιον, η δε Ίσις τον Ερμήν, ο δε Τυφών και η Νέφθυς τον Κρόνον, δια τούτο δε και την τρίτην ημέραν από τας επαγομένας, θεωρούντες αποφράδα ως γενέθλιον του Τυφώνος, οι βασιλείς δεν ησχολούντο εις καμμίαν υπόθεσιν του κράτους, ούτε περιποιούντο το σώμα των προ της νυκτός. Λέγουν ακόμη ότι η Νέφθυς ενυμφεύθη με τον Τυφώνα και ότι η Ίσις και ο Όσιρης καταληφθέντες από αμοιβαίον έρωτα, προτού εξέλθουν από την κοιλίαν της μητρός των, εις τα σκοτεινά συνευρέθησαν ως ανδρόγυνον. Μερικοί δε λέγουν ότι από την τοιαύτην ένωσιν εγεννήθη και ο Αρούηρις, τον οποίον οι μεν Αιγύπτιοι ονομάζουν πρεσβύτερον Ώρον, οι δε Έλληνες Απόλλωνα.
  Όταν δε ανήλθεν επί του βασιλικού θρόνου ο Όσιρης, τους μεν Αιγυπτίους αμέσως απήλλαξεν από τον ελεεινό και θηριώδη βίον των, τους εδίδαξε την γεωργίαν, καθόρισε νόμους και τους έμαθε να τιμούν και να σέβωνται τους θεούς. Έπειτα δε διατρέχων όλην την γην εξημέρωσε τα ήθη των ανθρώπων και σπανιώτατα μεν ηναγκάζετο να καταφύγη εις την δύναμιν των όπλων, συνήθως δε προσείλκυε σχεδόν πάντας δια της πειθούς, δια του θέλγητρου του λόγου και δια της μουσικής. Δια τούτο οι Έλληνες επίστευσαν ότι ήτο ο ίδιος με τον ιδικόν των Διόνυσον. Ο δε Τυφών κατά την διάρκειαν μεν της απουσίας του Οσίριδος δεν ετόλμησε να νεωτερίση εις τίποτε, διότι η Ίσις πάρα πολύ επροφυλάττετο και διηύθυνε το βασίλειον με πολλήν σταθερότητα, αλλ’ όταν εκείνος επανήλθεν, εξύφανε συνωμοσίαν προσβαλών εβδομήκοντα δύο άντρας συνωμότας και έχων συνεργόν βασίλισσαν ελθούσαν από την Αιθιοπίαν, και ονομαζομένην Ασώ. Αφού δε κρυφίως έλαβε τα μέτρα του αναστήματος του Οσίριδος και κατεσκεύασε συμφώνως προς αυτά λάρνακα ωραίαν και στολισμένην πλουσιοπαρόχως, έφερεν αυτήν εις το συμπόσιον, εις το οποίον είχε προσκαλέσει τον Όσιρην.
  Όλοι οι προσκεκλημένοι ιδόντες εθαύμασαν και κατεγοητεύθηκαν, ο δε Τυφών αστειευόμενος υπεσχέθη να την κάμη δώρον εις εκείνον εκ των συμποτών, ο οποίος κατακλιθείς εντός αυτής ήθελεν έχει τας αυτάς με την λάρνακα διαστάσεις.
  Ενώ δε όλοι εδοκίμαζον με τη σειρά και κανείς δεν προσηρμόζετο εντός αυτής, εμπήκε και ο Όσιρης και εξηπλώθη και αυτός. Παρευθύς τότε προστρέζαντες οι συνωμόται έρριψαν επάνω το σκέπασμα και αφού άλλοι μεν με καρφιά εσωτερικώς το εστερέωσαν άλλοι δε με θερμόν και λυωμένον μόλυβδον έκλεισαν τας προσαρμογάς, έφεραν την λάρνακα με κλεισμένον εντός αυτής τον Όσιρη εις τον ποταμόν Νείλον και την ώθησαν προς την θάλασσαν δια του Ταναϊτικού στομίου, το οποίον δι’ αυτήν την αιτίαν οι Αιγύπτιοι μέχρι σήμερον θεωρούν μισητόν και με φρίκην το αναφέρουν.
  Λέγουν δε ότι αυτά συνέβησαν την δεκάτην εβδόμην ημέραν του μηνός Αθύρ [24], κατά τον οποίον μήνα ο ήλιος διατρέχει τον Σκορπιόν, το εικοστόν όγδοον δε έτος της βασιλείας του Οσίριδος. Άλλοι δε λέγουν ότι δεν εβασίλευσεν αλλ’ έζησε τόσα έτη.
  Επειδή δε πρώτοι αντελήφθησαν το γεγονός οι Πάνες και οι Σάτυροι, κατοικούντες αμφότεροι την περί την Χέμμιν [25] χωράν, και ούτοι διέδωσαν την είδησιν, δια τούτο μέχρι σήμερον ο αιφνίδιος του πλήθους τρόμος και φόβος, πανικός ονομάζεται. Η δε Ίσις όταν το επληροφορήθη, εκεί όπου έμαθε την συμφοράν, έκοψε παρευθύς ένα από τους πλοκάμους της κόμης της και εφόρεσε πένθιμον στολήν, εις το μέρος δε αυτό είναι η πόλις, η οποία μέχρι σήμερον ονομάζεται Κοπτώ [26], άλλοι δε νομίζουν ότι το όνομα σημαίνει στέρησιν, διότι οι Αιγύπτιοι το στερείν λέγουν «κόπτειν». Ενώ δε διέτρεχεν όλα τα μέρη και κατείχετο από φοβεράν ανησυχίαν, δεν υπήρχεν άνθρωπος, από τον οποίον δεν εζητούσε πληροφορίας. Ούτω συνάντησε και παιδάρια, τα οποία ηρώτησε περί της λάρνακας, αυτά δε κατά τύχην είχον ιδεί αυτήν και είπαν δια ποίου στομίου του ποταμού ώθησαν εις την θάλασσαν την θήκην εκείνην οι φίλοι του Τυφώνας. Από το περιστατικόν δε αυτό προέρχεται η γνώμη των Αιγυπτίων ότι τα παιδάρια είναι προικισμένα με μαντικήν δύναμιν και θεωρούν σπουδαιότατα προμηνύματα τας φωνάς των, όταν παίζουν εις την αυλήν των ναών και λέγουν ό,τι τύχη. Όταν δε η Ίσις έμαθεν ότι ο Όσιρης ηγάπα την αδελφήν της Νέφθυν και κατά λάθος συνευρέθη με αυτήν, διότι την εξέλαβε ως την ιδίαν την Ίσιν, και είδεν απόδειξιν τον εκ λωτού στέφανον, τον οποίον εκείνος αφήκε πλησίον της Νέφθυος, ήρχισε να αναζητή το παιδίον (το οποίον η μήτηρ του είχεν εκθέσει αμέσως μετά την γέννησιν δια τον φόβον του Τυφώνος). Όταν δε μετά πολλούς κόπους και πολλάς δυσκολίας το ευρήκε δια της βοηθείας κυνών, και το ανέθρεψεν, εκείνο έγινεν οπαδός και φύλαξ της Ίσιδος, ωνομάσθη δε Άνουβις και λέγεται ότι φυλάττει τους θεούς, όπως οι κύνες τους ανθρώπους.
  Τότε επληροφορήθη περί της λάρνακας ότι εξεβράσθη από τα κύματα της θαλάσσης πλησίον της πόλεως Βύβλου [27] και ότι σιγά σιγά κατεκάθησεν επάνω εις ένα θάμνον, ο οποίος εντός ολίγου χρόνου έφθασεν εις τοιούτον ύψος και τόσην μεγαλειώδη βλάστησιν ανέδωκεν ώστε ο κορμός του περιέβαλε και εντελώς κατεκάλυψε την λάρνακα και εντός του στελέχους του την απέκρυψεν. Ο δε βασιλεύς της χώρας καταληφθείς από θαυμασμόν δια το μέγεθος του φυτού, διέταζε να κόψουν τον κορμόν, ο οποίος περιείχε μέσα του την λάρνακα και κατεσκεύασε στήλη, ήτις υπεβάσταζε την στέγην του ανακτόρου του. Η Ίσις, η οποία, λέγουν, έμαθεν αυτά από θείαν αποκάλυψιν, ήλθεν εις την Βύβλον και εκάθησε πλησίον μιας πηγής, ταπεινή και δακρυρροούσα, δεν απέτεινε δε λόγον εις κανένα αλλά μόνον τας θεραπαινίδας της βασιλίσσης εχαιρέτα και περιεποιείτο τακτοποιούσα την κόμην των και μεταδίδουσα εις αυτάς θαυμαστήν ευωδίαν, η οποία εξήρχετο από το σώμα της. Όταν δε η βασίλισσα είδε τας θεραπαινίδας της, των οποίων η κόμη και το σώμα απέπνεε θείαν ευωδίαν, κατελήφθη από πόθον να ίδη την ξένην. Τοιουτοτρόπως η Ίσις προσκληθείσα και φίλη της βασιλίσσης γενομένη διωρίσθη υπ’ αυτής τροφός του παιδιού της. Λέγουν δε ότι ο μεν βασιλεύς ωνομάζετο Μάλκανδρος, η δε βασίλισσα Αστάρτη, άλλοι δε την ονομάζουν Σάωσιν και άλλοι Νεμανούν, το οποίον ανταποκρίνεται προς το ελληνικόν όνομα Αθηναΐς.
  Έτρεφε δε η Ίσις το παιδίον εμβάλλουσα εις το στόμα του τον δάκτυλον αντί του μαστού της, κατά την νύκτα δε το έθετεν εντός πυράς δια να καύση παν ό,τι θνητον υπήρχεν εις το σώμα του [28] και η ιδία μεταμορφουμένη εις χελιδόνα επετούσε ολόγυρα από την στήλη και έκλαιε τον Όσιρην, έως ότου η βασίλισσα παραφυλάξασα και ιδούσα το βρέφος της εντός των φλογών εξέβαλε κραυγάς αλλ’ αφήρεσε τοιουτοτρόπως από το παιδίον την αθανασίαν. Τότε η θεά εφανερώθη και εζήτησε την στήλην, η οποία υπεβάσταζε την στέγην, αφού δε την κατεβίβασαν και την έλαβεν, έκοψεν ευκολώτατα τον κορμόν, περιέβαλεν αυτόν με οθόνην και πληρώσασα με ευωδία έδωκεν εις τους βασιλείς. Το ξύλον τούτο είναι ακόμη και σήμερον εις τον ναόν της Ίσιδος εις την Βύβλον και τιμάται υπό των κατοίκων της. Η δε θεά ενηγκαλίσθη την λάρνακα και θρηνούσα εξέβαλε τοιαύτας κραυγάς, ώστε από τον φόβον απέθανεν ο μικρότερος από τα παιδιά του βασιλέως, συνοδευομένη δε από τον μεγαλύτερον εμπήκεν εις πλοίον μαζύ με την λάρνακα και απέπλευσε. Επειδή δε κατά την ανατολήν του ηλίου έπνεεν από τον ποταμόν Φαίδρον άνεμος πολύ σφοδρός, η θεά θυμώσασα απεξήρανε τελείως το ρεύμα του.
  Όταν δε ευρέθη μόνη εις την έρημον, ήνοιξε την λάρνακα και με το πρόσωπό της επί του προσώπου του έκλαιε και κατεφίλει αυτό. Επειδή δε ο υιός του βασιλέως σιωπηλώς επλησίασεν εκ των όπισθεν και έβλεπε τι εγίνετο, η Ίσις αντιληφθείσα μετεστράφη και εξηκόντισε κατ’ αυτού τόσον τρομακτικόν βλέμμα ώστε ο βασιλόπαις δεν ηδυνήθη να το υπομείνη και απέθανεν από τον φόβον. Άλλοι δε κατ’ άλλον τρόπον διηγούνται τον θάνατόν του λέγοντες ότι έπεσεν εις την θάλασσαν ως ανωτέρω ελέχθη. Τιμάται δε υπό των Αιγυπτίων εξ αιτίας της θεάς, και αυτός είναι εκείνος, τον οποίον ψάλλουν οι Αιγύπτιοι εις τα συμπόσια των υπό το όνομα του Μανερωτος. Κατά τινας δε ο παις ωνομάζετο Παλαιστίνος ή Πηλούσιος και η πόλις Πηλούσιον [29] από αυτόν έλαβε το όνομά της κτισθείσα υπό της θεάς, ο δε Μανέρως, τον οποίον τραγουδούν οι Αιγύπτιοι, διηγούνται ότι πρώτος αυτός εφεύρε την μουσικήν. Άλλοι δε λέγουν ότι Μανέρως δεν είναι όνομα ανθρώπου, αλλ’ έκφρασις εύχρηστος εις τα συμπόσια και τας εορτάς δηλούσα «να αποβώσι τα συμπόσια εις καλόν», διότι αυτό σημαίνει η λέξις Μανέρως, την οποίαν επαναλαμβάνουν συχνά οι Αιγύπτιοι. Ωσαύτως και το ομοίωμα νεκρού, το οποίον περιφέρουν εντός κιβωτίου και επιδεικνύουν, δεν είναι, όπως πιστεύουν μερικοί, αναπαράστασις του θανάτου του Οσίριδος, αλλά παρουσιάζουν εις τα συμπόσια το άχαρο αυτό αστείον, επειδή νομίζουν ότι τοιουτοτρόπως προτρέπουν τους συμπότας να μεταχειρισθούν τα παρόντα αγαθά και να απολαύσουν την ζωήν, διότι δεν θα παρέλθη πολύς καιρός και θα είναι όλοι νεκροί ως το περιφερόμενον ομοίωμα.
  Όταν δε η Ίσις επήγε δια να ίδη τον υιόν της Ώρον [30], ο οποίος ανετρέφετο εις την Βουτώ [31], αφήκε την λάρνακα μακράν της πόλεως, εις μέρος όπου δεν έφθανε ο οφθαλμός των ανθρώπων. Αλλ’ ο Τυφών κυνηγών κατά την νύκτα υπό το φως της σελήνης ευρήκε τυχαίως την λάρνακα και αναγνωρίσας το σώμα του Οσίριδος έκοψεν αυτό εις δεκατέσσερα τεμάχια [32], τα οποία και διεσκόρπισεν. Η Ίσις, όταν έμαθε τούτο, ανέβη εις μίαν λέμβον κατεσκευασμένην από πάπυρον και πλέουσα ανά τα έλη εζήτει να εύρη αυτά. Δια τούτο έκτοτε όσοι πλέουν με λέμβους κατεσκευασμένας από πάπυρον δεν προσβάλλονται από τους κροκοδείλους, είτε διότι ούτοι φοβούνται την θεάν, είτε διότι σέβονται αυτήν. Λέγουν δε ότι δια τον ακόλουθον λόγον υπάρχουν πολλοί τάφοι του Οσίριδος εις την Αίγυπτον, διότι δηλαδή η Ίσις έκαστον τεμάχιον του σώματος του Οσίριδος έθαπτεν έκει όπου το εύρισκεν. Αλλοι όμως δεν παραδέχονται αυτό, αλλά λέγουν ότι έκαμε πολλά ομοιώματα του Οσίριδος και έδωκεν ανά εν εις κάθε μίαν πόλιν υποκρινομένη ότι έδιδε το πραγματικόν σώμα του, όπως τιμάται από περισσοτέρους, και προσέτι όπως, εάν ο Τυφών επεκράτει του Ώρου και εζήτει να εύρη τον τάφον του Οσίριδος μη δυνηθεί να το επιτύχει επειδή πολλοί τάφοι θα του ελέγοντο και θα του εδεικνύοντο. Μόνον δε το αιδοίον από τα τεμάχια του Οσίριδος δεν ευρήκεν η Ίσις διότι ο Τυφών αμέσως έρριψεν αυτό εις τον Νείλον και το κατέφαγον οι ιχθύες, ο λεπιδωτός φάγρος και ο οξύρυγχος τους οποίους ιχθύς εις μέγιστον βαθμόν οι Αιγύπτιοι αποστρέφονται. Αλλ’ η θεά κατεσκεύασεν ομοίωμα του αιδοίου και καθιέρωσε τον φαλλόν, δια τον οποίον και σήμερον οι Αιγύπτιοι τελούν θρησκευτικήν τελετήν.
  Έπειτα ο Όσιρης ήλθεν από τον Άδην προς τον υιόν του Ώρον και εδίδαξεν αυτόν την τέχνην του πολέμου και τον ήσκησεν εις αυτήν. Μετά τούτο ηρώτησεν αυτόν «Ποίον πράγμα θεωρεί ωραιότατον». «Να βοηθήση τις» απήντησεν ο Ώρος «τον πατέρα του και την μητέρα του, εάν ήθελον υποστή αδικίαν τινά». Ο Όσιρης τον ηρώτησεν ακόμη «Ποίον ζώον θεωρεί χρησιμώτατον εις ανθρώπους, οι οποίοι επέρχονται εις πόλεμον». Επειδή δε ο Ώρος είπε «τον ίππον», ο Όσιρης εξεπλάγη και απορών εζήτησεν να μάθη, «Δια τι δεν επροτίμησε τον λέοντα από τον ίππον». «Διότι», είπεν ο Ώρος «ο μεν λέων είναι ωφέλιμος εις εκείνον, ο οποίος έχει ανάγκην βοηθείας, ενώ ο ίππος διασπά τον εχθρόν, τρέπει αυτόν εις φυγήν και τον φονεύει». Ο Όσιρης κατεγοητεύθη από αυτάς τας απαντήσεις, διότι ενόησεν ότι ο υιός του ήτο πολύ καλά παρεσκευασμένος δια τον πόλεμον. Λέγεται δε ότι όχι μόνον πολλοί Αιγύπτιοι φεύγοντες από τον Τυφώνα κατετάσσοντο εις τον στρατόν του Ώρου, αλλ’ ότι και η παλλακή του Τυφώνας ονομαζόμενη Θούρκις [33] ήλθε προς αυτόν, ένας δε όφις, ο οποίος καταδίωχεν αυτήν, κατεχόπη υπό των ανθρώπων του Ώρου, και εις ανάμνησιν του γεγονότος τούτου μέχρι σήμερον φέρουν προ αυτών κατά τας συναθροίσεις των σχοινίον και κόπτουν αυτό εις τεμάχια. Η μάχη διήρκεσε πολλάς ημέρας και ενίκησεν ο Ώρος, η δε Ίσις παραλαβούσα τον Τυφώνα δεμένον όχι μόνον δεν τον εφόνευσεν, αλλά και έλυσεν αυτόν από τα δεσμά και τον αφήκεν ελεύθερον. Αλλ’ ο Ώρος αγανακτήσας επέβαλε χείρα εις την μητέρα του και απέσπασεν από την κεφαλήν της τα σύμβολα του βασιλικού αξιώματος, ο Ερμής όμως της επέθηκε περικεφαλαίαν καμωμένην από κεφαλήν βοός. Όταν δε ο Τυφών ήγειρεν αγωγήν κατά του Ώρου και κατηγορεί αυτόν ως νόθον, ο Ώρος δια της βοηθείας του Ερμού ανεκηρύχθη υπό των θεών γνήσιος υιός και ενίκησε τον Τυφώνα εις δύο αλλάς μάχας. Η δε Ίσις συνευρέθη μετά του Οσίριδος και μετά τον θάνατον του και εγέννησεν υιόν πρόωρον και ασθενικόν κατά τα κάτω άκρα ονομασθέντα Αρποκράτην [34]…………
  Προ πάντων δε αξιοσημείωτα είναι τα λεγόμενα περί των τάφων του Οσίριδος, του οποίου το σώμα λέγεται ότι είναι θαμμένο εις πολλούς τόπους. Δηλαδή λέγουν ότι και η μικρά πόλις Διοχίτη ονομαστί αναφέρεται ότι έχει τον αληθινόν τάφον, αλλ’ αφ’ ετέρου εις την Άβυδον [35] προ πάντων θάπτονται οι πλουσιώτεροι και ισχυρότεροι των Αιγυπτίων, διότι φιλοτιμούνται να έχουν τάφον εις τον αυτόν τόπον με τον Όσιρην. Εις την Μέμφιν [36] δε τρέφεται ο Άπις, ο οποίος είναι ομοίωμα της ψυχής εκείνου, και εκεί φυσικά πρέπει να είναι θαμμένον και το σώμα του, το όνομα δε της πόλεως άλλοι μεν ερμηνεύουν λιμένα της ευτυχίας, άλλοι δε τάφον του Οσίριδος. Η δε πλησίον των Φιλών [37] μικρά νήσος συνήθως μεν είναι απρόσιτος εις πάντας και απροσπέλαστος, και ούτε πτηνά εις αυτήν αναπαύονται, ούτε ιχθύες πλησιάζουν, εις ωρισμένην όμως ημέραν οι ιερείς καταπλέοντες εις αυτήν προσφέρουν νεκρώσιμους θυσίας και στολίζουν με στέφανον τον τάφον του Οσίριδος, ο οποίος σκιάζεται από φυτόν μηθίδης, της οποίας το ύψος υπερβαίνει την μεγαλυτέραν ελαίαν.
  Ενώ δε εις την Αίγυπτον αναφέρονται πολλοί τάφοι του Οσίριδος, ο Εύδοξος ισχυρίζεται ότι το σώμα αυτού είναι θαμμένον εις την Βούσιριν [38], διότι η Βούσιρις ήτο η πατρίς του. Αλλ’ όμως δεν έχει ανάγκην άλλης αποδείξεως η Ταφόσιρις, αφού αυτό τούτο το όνομα σημαίνει τάφον Οσίριδος. Παραλείπω δε κοπήν ξύλου και σχίσιμον λινού υφάσματος και χοάς προσφερομένας εις τους νεκρούς, διότι με αυτά είναι αναμεμειγμένα πολλά μυστήρια εις ημάς άγνωστα.

  Ο μύθος του Όσιρη ως «θνήσκοντος θεού» αναπαριστάνεται κατά την τέλεση των «μυστηρίων». Φυσικά ο Πλούταρχος, δεν δίνει και τις τελετές που ακολουθούν την αναπαράσταση. Αυτά, κανένας από τους αρχαίους συγγραφείς δεν τα αναφέρει.
  Είναι ιερά και άρρητα και δεν επιτρέπεται να τα αποκαλύπτουν. Οπωσδήποτε ανάμεσα στις τελετουργίες είναι και τα Παμύλια, τα αντίστοιχα των Φαλληφορίων που γίνονται στον ελλαδικό χώρο και είναι βασικό στοιχείο των Καβειρίων μυστηρίων.

  Η Ίσιδα στα μυστήρια του Όσιρη κατέχει τη μαγεία και μπορεί με τη δύναμη της να αναστήσει τον Όσιρη, ενώ η Ιναννά ή η Ιστάρ αναζητούν τη μαγική δύναμη. Η Ίσιδα στους Έλληνες ταυτιζόταν με τη Γη-Δήμητρα, παρόλο που ο μύθος στην περίπτωση της Δήμητρας δεν συνδέεται με τις πλημμύρες και με το Νείλο ως γονιμοποιό δύναμη της γης. Ο Όσιρης ταυτίζεται με το Διόνυσο. Τα Ελληνικά μυστήρια στην τελική τους διαμόρφωση θα πάρουν πάρα πολλά από τα Αιγυπτιακά αλλά θα τα μεταφυτεύσουν στον Ελληνικό χώρο.
  Οι τελετουργίες που πραγματοποιούνται κατά την αναπαράσταση του κεντρικού μύθου είναι σχεδόν οι ίδιες σε όλους τους «θνήσκοντες θεούς» και μαζί και στο Χριστό. Είναι η Μεγάλη Εβδομάδα του Χριστιανισμού, που τελειώνει με την Ανάσταση, με την βλάστηση της γης. Αυτές οι τελετές γίνονται στην αρχή της άνοιξης, όταν η φύση θέλει περισσότερες βροχές, περισσότερο γλυκό νερό («νερό της ζωής» κατά την Ιστάρ) για να αναπτυχθεί η βλάστηση.
  Μυστήρια δεν γίνονται μόνο την άνοιξη αλλά και το φθινόπωρο με τη σπορά, όταν επίσης υπάρχει ανάγκη για βροχή.






Κεφάλαιο τέταρτο


  «Θνήσκοντες θεοί» με μυστήρια για την «ευκαρπία» της γης υπάρχουν σ’ όλους τους λαούς της Μέσης Ανατολής. Λίγο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους, αφού παντού συμβολίζουν το ίδιο πράγμα και τα μυστήρια έχουν τον ίδιο σκοπό. Τα δυο βασικά πρότυπα «θνήσκοντα θεού» είναι ο Ταμμούζ και ο Όσιρης. Όλοι οι άλλοι «θνήσκοντες θεοί» έχουν δικά τους χαρακτηριστικά αλλά στο βάθος αναγνωρίζεις κοινά χαρακτηριστικά με τον έναν από τους δυο: Ταμμούζ ή Όσιρη. Εκτός από την Αίγυπτο, όπου γονιμοποιός θεός της γης είναι ο Νείλος και ο «θνήσκων θεός» παίρνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όλοι οι άλλοι αναζητάνε τη βροχή του ουρανού.
  Στην Παλαιστίνη «θνήσκων θεός» είναι ο Βάαλ που θα φτάσει και στην Κρήτη με τη μορφή του Μινώταυρου. Ο Βάαλ διαφέρει από τον Ταμμούζ, γιατί δεν είναι ο εραστής της θεάς (μητέρας γης), αλλά μεγάλος θεός που πεθαίνει ή εξαφανίζεται και σε συνέχεια ανασταίνεται.
  Το μύθο του Βάαλ τον γνωρίζουμε σήμερα από τις περίφημες πινακίδες της αρχαίας Ουγγαρίτ [39]. Και οι πινακίδες αυτές είναι ακρωτηριασμένες και δεν έχουμε τη συνέχεια του μύθου. Και φυσικά σκόρπιες πληροφορίες έχουμε και από την «Παλαιά Διαθήκη» (Έξοδος), όπου οι Εβραίοι απίστησαν στον Ιεχωβά και λάτρεψαν το Βάαλ στη μορφή του Ταύρου.
  Στις ακρωτηριασμένες πινακίδες της Ουγγαρίτ, ο Βάαλ ήταν γιος του μεγάλου θεού της δημιουργίας Ελ (που σημαίνει Κύριος) ή Ταύρος Ελ. Δηλαδή ο Βάαλ είναι ο θεός της Δημιουργίας του κόσμου. Συχνά έχει την προσωνυμία «καβαλλάρης των σύννεφων» ή Χαντάντ (θεός με τα αστραπόβροντα).
Ακόμα παρουσιάζεται και ως τεχνίτης (Κοθάρ-ου-Χασίς). Συγκρούεται με τον αδελφό του Γιάμ Ναχάρ, θεό των ποταμών και της θάλασσας που συχνά καταστρέφουν την παραγωγή, ενώ ο Βάαλ ελέγχει την ευεργετική, πάντα, βροχή για τις καλλιέργειες. Τα μυστήρια του Βάαλ αρχίζουν με το θάνατο του. Οι πινακίδες που σώθηκαν δεν λένε πως και γιατί πέθανε. Δεν υπάρχει η συνέχεια.
  Στις πινακίδες της Ουγγαρίτ αναφέρεται ότι ο Βάαλ συγκρούστηκε με το Μοτ, θεό της ξηρασίας και του Κάτω Κόσμου, στον οποίο ως τότε ο Βάαλ πλήρωνε φόρο. Στη σύγκρουση αυτή φαίνεται να σκοτώνεται ο Βάαλ.
  Αγγελιοφόροι φτάνουν στον Ελ (Ταύρο-Ελ) και του αναγγέλουν ότι πέθανε ο Βάαλ και ότι πήγε στον Κάτω Κόσμο, όπως ο Ταμμούζ. Θρηνεί ο πατέρας των θεών Ελ και μαζί του θρηνούν όλοι. Η αδελφή και σύζυγος του Ανάθ τον αναζητά παντού και τελικά τον βρίσκει, τον μεταφέρει στο όρος Ζαφόν και του κάνει μεγαλοπρεπή ταφή.
  Στο μύθο του Βάαλ, ο θεός της βλάστησης κάθεται επτά χρόνια μακριά από τον κόσμο.
  Εδώ θυμίζει στοιχεία της Αιγυπτιακής παράδοσης για τις επτά ισχνές αγελάδες που αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη, τα επτά αγόρια και τα επτά κορίτσια που απαιτούνταν για το Μινώταυρο κ.λπ. Όμως υπάρχουν και κάποια εντελώς πρωτότυπα στοιχεία. Η αδελφή και σύζυγος του Βάαλ Ανάθ εξοντώνει το Μότ με μαγικές τελετουργίες, τον καίει, τον αλέθει στο χειρόμυλο και τον σπέρνει στο χώμα. Είναι συμβολισμός για το σιτάρι και πως χρησιμοποιείται.
  Εδώ υπάρχει ένα ακόμα κενό στις πινακίδες. Ακολουθεί το όνειρο του Ελ στο οποίο βλέπει ότι ο Βάαλ ζει. Ειδοποιεί την Ανάθ και κείνη με βοηθό την ηλιακή θεότητα τη Σαπάς αναζητάει παντού το Βάαλ, ενώ περιγράφονται με μελανά χρώματα οι συνέπειες της ξηρασίας.
  Στο τέλος ανευρίσκεται ο Βάαλ και επιστρέφει στο θρόνο του με ξέσπασμα χαράς.
  Στη ζωή επανέρχεται και ο Μότ. Και οι δυο αντίπαλοι ξαναρχίζουν τη θανάσιμη πάλη τους.
  Ο μύθος του Βάαλ είναι βασικά επηρεασμένος από το μύθο του Ταμμούζ, αλλά έχει πάρει και στοιχεία από το μύθο του Όσιρη.
  Η εξαφάνιση του Βάαλ (θάνατος) και η ανάσταση του από την Ανάθ αποτελούν τη βάση ενός από τα πιο εντυπωσιακά μυστήρια του αρχαίου κόσμου.
  Ένα άλλο στοιχείο που υπάρχει στους μύθους του Βάαλ και σχετίζεται με τα μυστήρια του θεού είναι και πολύ ενδιαφέρον για τον κόσμο του Αιγαίου.
  Σύμφωνα με κάποιο απόσπασμα σε ακρωτηριασμένη πινακίδα, η Ανάθ αδελφή και σύζυγος του Βάαλ αναζητάει το Βάαλ. Της λένε ότι έχει πάει για κυνήγι. Η Ανάθ τρέχει κοντά του. Όταν σμίγουν, σμίγουν και ερωτικά, ο Βάαλ με τη μορφή ταύρου, και η Ανάθ με τη μορφή αγελάδας. Πρόκειται πραγματικά για μεταφορά του μυστηρίου στο Μινώταυρο της Κρήτης. Το απόσπασμα που έχει σωθεί κλείνει με την Ανάθ που αναγγέλει στο Βάαλ τη γέννηση του παιδιού τους.
  «Και πήγε πάνω στο Αράρ, πάνω στο Αράρ και στο Ζαφόν και χαρούμενη στο όρος της Κατοχής φώναξε δυνατά στο Βάαλ. “Δέξου Βάαλ ευχάριστη πληροφορία, δέξου εσύ Γιε του Δάγκαν [40]. Ένας άγριος ταύρος [γεννήθηκε] από σένα Βάαλ ένα βουβάλι από τον καβαλάρη των νεφών. Πανίσχυρε Βάαλ χαίρε.”»
  Όλα αυτά μας θυμίζουν το Μινώταυρο της Κρήτης όπου είχε μεταφερθεί η λατρεία του και οι τελετουργίες που συνεπάγονται τα μυστήρια του, και τον Απη της Αιγύπτου (Έπαφο για τους Έλληνες), που εμφανίζεται κατά καιρούς με τη μορφή μοσχαριού.
  Ο μύθος [41] αυτός πραγματεύεται το ίδιο θέμα με το μύθο της καθόδου του Ταμμούζ στον κάτω κόσμο και το μύθο της εξαφάνισης του Βάαλ στην Ουγκαριτική μυθολογία. Η εξαφάνιση του θεού δημιούργησε έλλειψη σε κάθε μορφής ζωής στη βλάστηση και τα ζώα. Ο μύθος αυτός πρέπει να είχε μεγάλη διάδοση και εξαιρετική πολυμορφία μια και εξαφανίζονται πολλοί θεοί και ανάμεσα τους ο ηλιακός θεός. Αλλά το κυρίως κείμενο, στο οποίο στηρίζεται αυτή η παρουσίαση, έχει σαν πρωταγωνιστή το θεό Τελεπινούς. Ο μύθος επίσης μπορεί να περιληφθεί στους τελετουργικούς μια και περιλαμβάνει ειδική τελετή για την εξασφάλιση της επιστροφής του χαμένου θεού.
  Στην αρχή το κείμενο είναι σπασμένο και έτσι δεν μπορούμε να μάθουμε την αιτία της οργής του θεού. Το νήμα της ιστορίας αρχίζει να ξετυλίγεται από το σημείο, που περιγράφεται η μανία του Τελεπινούς. Παρουσιάζεται να φοράει το δεξί παπούτσι στο αριστερό πόδι και το αριστερό παπούτσι στο δεξί του πόδι, ήταν δηλ. τόσο πολύ συγχυσμένος που δεν ήξερε τι έκανε. Ο Τελεπινούς έφυγε πολύ μακριά στη στέππα και εξαφανίστηκε εκεί. Αποκαμωμένος καθώς ήταν, το ’ριξε στον ύπνο. Στη συνέχεια περιγράφονται τ’ αποτελέσματα της απουσίας του: ομίχλη σκεπάζει τη χώρα, στα τζάκια τα ξύλα σβήνουν, στους βωμούς οι θεοί παραμελούνται, τα πρόβατα δεν φροντίζουν για τα αρνάκια τους, ούτε η αγελάδα για το μοσχάρι της. Παντού ξηρασία και πείνα.
  Άνθρωποι και θεοί πεθαίνουν από ασιτία. Ο θεός της θύελλας ανησυχεί για το γιο του, τον Τελεπινούς και αρχίζει να τον αναζητάει παντού. Ο θεός του ήλιου ξαποστέλνει το γοργόφτερο αητό μα γυρίζει άπραχτος. Η θεά Χανναχάνας (Hannahannas) παρακινεί το θεό της θύελλας να κάνει κάτι. Κι εκείνος πηγαίνει στο σπίτι του Τελεπινούς, και χτυπάει δυνατά την πόρτα, μα το μόνο που καταφέρνει είναι να σπάσει το σφυρί. Βλέπει ότι ο θεός δεν είναι μέσα και παραιτείται από κάθε προσπάθεια. Μα η θεά Χανναχάννας προτείνει και πάλι να στείλουν την μέλισσα να ψάξει. Ο θεός της θύελλας γελάει κοροϊδευτικά και της απαντάει ότι η μέλισσα είναι πολύ μικρή για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα σε μια τέτοια δύσκολη επιχείρηση, στην οποία οι μεγάλοι θεοί απέτυχαν. Η Χανναχάννας όμως αψηφώντας τα λόγια του θεού αναθέτει στη μέλισσα αυτή την αποστολή, τη διατάζει να τσιμπήσει τα χέρια και τα πόδια του Τελεπινούς, να αλείψει με κερί τα μάτια και τα πόδια του, να τον καθαρίσει και μετά να τον οδηγήσει στους θεούς. Η μέλισσα μετά από μακρόχρονη και επίπονη αναζήτηση βρήκε τον Τελεπινούς και έκανε, όπως την πρόσταξε η θεά. Ο θεός ξύπνησε από το βαθύ ύπνο οργισμένος, περισσότερο από κάθε άλλη φορά και τότε οι θεοί βρέθηκαν σε μεγάλη αμηχανία. Μετά ο ηλιακός θεός μίλησε και είπε: «Άνθρωπε πήγαινε να τον φέρεις! Άφησε τον να πάει στην πηγή Χαττάρα στο βουνό Άμμουνα. Άφησε τον μονάχος του να κινηθεί. Με τα φτερά του αητού, άφησε τον να κινηθεί». Κάποιο είδος τελετουργίας φαίνεται ότι γινόταν εδώ, μα το νόημα παραμένει σκοτεινό. Ακολουθεί ένα κενό στο κείμενο, όπου φαίνεται ότι κάλεσαν τη Καμρουσέπας (Kamrusepas), θεά της γιατρειάς γιατί στη συνέχεια περιγραφεται η δική της τελετή του εξαγνισμού. Ο Τελεπινούς γυρίζει πάνω στα φτερά του αητού και φέρνει μαζί του την βροντή και την αστραπή. Η Καμρουσέπας τον καλμάρει και καταπραΰνει την οργή του. Προστάζει να προσφέρουν θυσία δώδεκα κριάρια. Δάδες ανάβουν και σβήνουν. Το αναβόσβημα των δάδων συμβολίζει την καταπράϋνση της οργής του θεού. Στη συνέχεια ο άνθρωπος μάλλον, που αναφέρουμε πιο πάνω, προφέρει ένα ξόρκι για να διώξει όλα τα κακά πνεύματα της μανίας του Τελεπινούς στον κάτω κόσμο. Τα τελευταία λόγια είναι: «Ο φύλακας άνοιξε τις εφτά πύλες, ξεκλείδωσε τα εφτά μάνταλα. Κάτω μέσα στη κατασκότεινη γη υπάρχουν μπρούτζινα καζάνια με σκεπάσματα από μέταλλο αμπαρού (abaru) και λαβές σιδερένιες. Ό,τι και να πέσει εκεί μέσα δεν ξαναβγαίνει. Χάνεται για πάντα. Ας αφήσουμε λοιπόν την οργή, τη μανία, την κακία και τη λύσσα του Τελεπινούς να πέσουν εκεί μέσα και να μην ξαναρθούν στο φως!».
  Το κείμενο τελειώνει με την επιστροφή του Τελεπινούς και την αποκατάσταση της ευημερίας. Ο Τελεπινούς έχει την φροντίδα του βασιλιά και της βασίλισσας και τους εξασφαλίζει αιώνια ζωή και δύναμη. Στο τέλος της τελετής γίνεται κάτι πολύ ενδιαφέρον: μπροστά στο θεό στήνεται ένα κοντάρι, από το οποίο κρέμεται μαλλί προβάτου. Οι τελευταίες γραμμές του κειμένου εξηγούν ότι το κοντάρι και το μαλλί σημαίνουν την αφθονία για τα πρόβατα, το στάρι, το κρασί, τα ζώα, την μακροζωία και πολλά παιδιά.
  Αντίστοιχος με αυτό το κοντάρι πρέπει να είναι ο στύλος ο διακοσμημένος με φύλλωμα, που συχνά παριστάνεται σε Ασσυριακές και Βαβυλωνιακές σφραγίδες, με διάφορες μορφές δεξιά και αριστερά του, που ασχολούνται με την εκτέλεση κάποιας τελετουργίας.
  Αυτοί είναι οι σπουδαιότεροι Χιττιτικοί μύθοι. Έχουν επίσης βρεθεί και άλλα αποσπάσματα μύθων, τα οποία μπορεί, όποιος ενδιαφέρεται, να βρει στο θαυμάσιο βιβλίο του Δρ. Γκάρνεϋ (Dr. Gurney) «Οι Χιττίτες», εκδόσεις Pelikan. Οι μύθοι όμως που περιγράφουμε εδώ είναι αρκετοί για να δώσουν μια ικανοποιητική εικόνα της φύσης της Χιττιτικής μυθολογίας. Φαίνεται καθαρά η εξάρτηση της από τη Βαβυλωνιακή μυθολογία, αλλά επίσης μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι πάρα πολλά της Ελληνικής και Δυτικής μυθολογίας και του φολκλόρ έχουν τις ρίζες τους στο παράξενο αυτό Χιττιτικό υλικό.
  Ένας ακόμα «θνήσκων θεός» είναι ο Άδωνης που είναι εραστής της Αφροδίτης ή της Αστάρτης για την περιοχή της Συρίας. Οι αρχαίοι Εβραίοι που δεν μπορούσαν να πιάνουν στο στόμα τους το όνομα του Γιαχβέ έδιναν την προσωνυμία Αδωνάι στο θεό τους που σημαίνει Κύριος. Κύριος σημαίνει και το Φοινικικό Άδων.
  Ο Άδωνης όπως και ο Ταμμούζ είναι θνητός και εραστής της μεγάλης θεάς. Ο μύθος θέλει τον Άδωνη γιο του βασιλιά των Ασσυρίων Θείαντα ή του βασιλιά της Φοινίκης, Φοίνικα και της Μύρρας ή Σμύρνας. Η λατρεία του Άδωνη έχει αφετηρία τη Συρία-Φοινίκη, αλλά πέρασε στην Κύπρο, όπου αντί της Αστάρτης παρουσιάζεται εραστής της ελληνοποιημένης πια μορφής της Αστάρτης, της Αφροδίτης που είναι αντίστοιχη της Ιστάρ. Στην Κύπρο γίνεται γιος του Κινύρα και της Σμύρνας, που ήταν κόρη του Κινύρα. Επειδή η μάνα της Σμύρνας καυχήθηκε ότι η κόρη της ήταν πιο όμορφη από την Αφροδίτη, η Αφροδίτη έκανε τη Σμύρνα να ερωτευθεί τον πατέρα της και να συνευρεθεί μαζί του, αφού τον μέθυσε. Όταν συνήρθε ο πατέρας της την καταδίωξε, αλλά ο Δίας ή η Αφροδίτη τη λυπήθηκαν και τη μεταμόρφωσαν στο ομώνυμο αρωματικό φυτό. Από τον κορμό του φυτού βγήκε ο Άδωνης, τον οποίο μεγάλωσαν οι νύμφες και τον ερωτεύθηκε η Αφροδίτη. Κατά μια παράδοση ο έρωτας της Αφροδίτης προκάλεσε την αντιζηλία του άλλου της εραστή, του Άρη ή του συζύγου της Ηφαίστου που έστειλαν εναντίον του αγριόχοιρο, ο οποίος τον σκότωσε. Η Αφροδίτη τον θρήνησε πολύ.
  Τον Άδωνη τον ερωτεύθηκε και η Περσεφόνη και γι’ αυτό τον κρατούσε στον Κάτω Κόσμο. Με παρέμβαση τελικά του Δία ο Άδωνης έμενε το μισό χρόνο με την Αφροδίτη και τον άλλο μισό στον Κάτω Κόσμο. Εδώ θυμίζει την Περσεφόνη των Ελευσίνιων.
  Παρόλο που ο μύθος του είναι απλός, ο Άδωνης έγινε το κέντρο της πιο εντυπωσιακής τελετουργίας «θνήσκοντος θεού». Η τελετουργία αυτή (μυστήριο) ήταν απλωμένη σ’ όλη τη Μέση Ανατολή και στο Αιγαίο.
  Δεν υπήρχαν ναοί και άλλα λατρευτικά στοιχεία. Αυτό που δέσποζε ήταν ο θρήνος για το χαμό του και η χαρά για την ανάσταση του. Το τυπικό της τελετουργίας του το έχουν ουσιαστικά πάρει οι χριστιανοί στις γιορτές της Μεγάλης Παρασκευής, θρήνος για το χαμό του, περιφορά του φέρετρου του που το στόλιζαν με λουλούδια κ.λπ.
  Κατά την περιφορά του συνεχίζονταν οι θρήνοι και το έραιναν με λουλούδια, ενώ οι γυναίκες που τον θρηνούσαν κρατούσαν μικρά ανδρικά μόρια. Η ανάσταση του γιορταζόταν όπως το Χριστιανικό Πάσχα.
  Παρόλο που δεν υπήρχαν ειδικά ιερά αφιερωμένα στον Άδωνη, η τέλεση των μυστηρίων γινόταν κανονικά κάθε χρόνο την άνοιξη με πλατειά συμμετοχή των αγροτικών λαϊκών μαζών.
Στα Ελληνιστικά χρόνια πήραν εντυπωσιακή μορφή και το τελετουργικό τους ουσιαστικά αντιγράφηκε από τους χριστιανούς στην εβδομάδα των παθών. Στην Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων οι γιορτές για τον Άδωνη ήταν μεγάλο γεγονός. Ο ποιητής Θεόκριτος στα «Βουκολικά» του περιλαμβάνει και ένα ποίημα με τίτλο «Συρακούσιαι ή Αδωνιάζουσαι» [42] όπου περιγράφει μια γιορτή του Άδωνη στην Αλεξάνδρεια. Το ποίημα που είναι γραμμένο σε διάλογο αρχίζει με την προετοιμασία των γυναικών να κατέβουν στην τελετουργία, όπου στριμώχνεται πάρα πολύς κόσμος. Στη γιορτή μια τραγουδίστρια ψέλνει τον ύμνο στον Άδωνη και την Αφροδίτη.

ΓΟΡΓΩ
Σώπαινε πια, τον Άδωνι θα τραγουδήσει τώρα
η τραγουδίστρια η ξακουστή, η κόρη της Αργείας,
εκείνη που την βράβεψαν πέρσυ στο μοιρολόγι.
Κάτι καλό θε να μας πει, να, τη φωνή ακονίζει.

ΓΥΝΗ ΑΟΙΔΟΣ
Κυρα, που στους Γολγούς ποθείς και στο Ιδάλιον όρος
και στον ψηλό τον Έρυκα να παίζης, Αφροδίτη,
πάντοτ’ αλαφροπάτητες, σου φέρνουν κάθε χρόνο,
μέσ’ από τον Αχέροντα, τον Άδωνί σου οι Ώρες
αυτές οι πιο αργοκίνητες από τους αθανάτους,
που φέρνουν σ’ όλους τους θνητούς κάτι καλό όταν έρθουν.

Της Διώνης θυγατέρα εσύ, πεντάμορφη Αφροδίτη,
τη Βερενίκη από θνητήν, αθάνατη έχεις κάνει,
σταλάζοντας στα στήθη της θεϊκή αμβροσία,
κ’ η Αρσινόη η κόρη της, ωραία σαν την Ελένη,
για χάρη σου, ω ξακουστή και πολυλατρευμένη,
πλούσια, μεγαλόπρεπα τον Άδωνι γιορτάζει.

Ολόγυρα του απλώνονται όλ’ οι καρποί των δένδρων
κι άνθη πανώρια δροσερά, μεσ’ σ’ αργυρά καλάθια
και σε λαγήνια ολόχρυσα μύρ’ από τη Συρία.
Ολόγυρα του λιχουδιές που πλάθουν οι γυναίκες
με τέχνη, ανακατεύοντας λουλούδια κι άσπρο αλεύρι
κι άλλα από μέλι γλυκερό κι από καθάρειο λάδι·
κάθε λογής πετούμενα και σερπετά κοντά του.

Το δροσερό γλυκάνισο κιόσκια ανθηρά έχει πλέξει,
νιογέννητοι έρωτες, δειλά τριγύρω φτερουγίζουν,
σαν τ’ αηδονάκια τα μικρά, που αρχίζουν να πετάνε
και δοκιμάζουν τα φτερά κλωνάρι σε κλωνάρι.

Για ιδές χρυσάφια κ’ εβένους κι αητούς ελεφαντένιους
που φέρνουν στις φτερούγες των τον κεραστή του Δία,
για ιδές κι απάνω τι χαλιά, πιο μαλακά απ’ τον ύπνο.
Τώρα θα ’πη κ’ η Μίλητος, τώρα θα ’πη η Σάμος:
«Για το χατήρι του Αδωνι στρώθηκαν δυό κρεβάτια».
Στώνα πλαγιάζει ο Αδωνις και σταλλο η Αφροδίτη.
Μα δεν κεντούν το φίλημα τα χνουδωτά του χείλια.

Ας χαίρεται τον άντρα της η Αφροδίτη τώρα·
κ’ εμείς ας τόνε φέρωμε, πριν καλοξημερώση,
με τη δροσιά της χαραυγής, στο περιγιάλι κάτω,
κι’ εκεί, με τα μαλιά λυτά και με γυμνά τα στήθια,
όλες μαζί ας αρχίσωμε το λιγερό τραγούδι.

«Εσ’ είσαι ο μόνος, Άδωνι, από τους ημιθέους
»που και στον Άδη κατοικείς κ’ έρχεσαι και στον κόσμο.

»Άλλος κανείς τη χάρη σου, μηδέ κι ο Αγαμέμνων,
»μηδέ κι ο Αίας ο ήρωας, μηδέ κι αυτός ο Έκτωρ,
»ο πρώτος απ’ τα είκοσι παιδιά πούχε η Εκάβη.
»Μηδέ κι αυτός ο Πάτροκλος, μηδέ κι αυτός ο Πύρρος
»που νικητής εγύρισε πέρ’ από την τρωάδα.
»Μηδ’ οι παλαιϊκώτεροι Λαπίθαι, μηδ’ εκείνοι
»του Δευκαλίωνος οι γυιοί, μηδέ κ’ οι Πελοπίδαι
»και μηδ’ ακόμα οι Πελασγοί που κατοικούσανε στο Άργος,
»μηδέ κανένας απ’ αυτούς δεν είχε τέτοια χάρη.
»Συμπάθησέ μας, Αδωνι, κ’ έλα του χρόνου πάλι
»και δείξου μας χαρούμενος και καλοκαρδισμένος.
»Πάντα καλοδεχούμενος θε νάνε ο ερχομός σου».

ΓΟΡΓΩ
Άκουσες Πραξινόη μου, πόσο σοφή είνε η κόρη;
Καλότυχη είνε αληθινά για όσα τραγούδια ξέρει
κι ακόμα πιο καλότυχη για τη γλυκεία φωνή της.
Μα ’νε καιρός, μου φαίνεται, να πάμε και στο σπίτι.
Ο άντρας μου είνε νηστικός κ’ εύκολος στο θυμό του,
κι όταν πεινάη, αλίμονο σ’ όποιον μπροστά του λάχη.
Αγαπημένε μ’ Άδωνι, χαίρε! Κι όταν ξανάρθης,
χαρούμενους κι ολόχαρους όλους μας να μας εύρης.

  Ο Λατίνος συγγραφέας Ιούλιος Φιρμίκιος Μάτερνος τον 4o μ.Χ. αι. που έγινε και χριστιανός, στην πραγματεία του «De errore profanarum religionum» που είναι αφιερωμένη στους αυτοκράτορες Κώνστα και Κωστάντιο, μιλώντας για την αναπαράσταση του «θείου δράματος του Άδωνη» λέει ότι διαρκούσε μια εβδομάδα και περιλάβαινε το θάνατο, τον επιτάφιο θρήνο και την ανάσταση του. Οι γυναίκες θρηνούσαν γύρω από ένα κρεβάτι πάνω στο οποίο είχαν τοποθετήσει ένα ομοίωμα του Άδωνη. Δηλαδή έχουμε πραγματικά την Μεγάλη Εβδομάδα των χριστιανών.
  Σε μια στιγμή οι θρήνοι σταματούσαν, ο ιερέας μύρωνε τα στόματα όλων όσων βρίσκονταν στις τελετές και ψιθύριζε, σαν για να μην ακουστεί, τα λόγια: «Θαρσείτε, μύστες του θεού σεσωσμένοι, έσται γαρ ημίν εκ πόνου σωτηρία». (Θάρρος, μύστες του θεού έχετε σωθεί. Υπάρχει για σας σωτηρία από τους πόνους). Μετά απ’ αυτό το μύρωμα και τα λόγια του ιερέα ερχόταν η ανάσταση με ένα ξέσπασμα χαράς απ’ όλους τους μυημένους.






Κεφάλαιο πέμπτο


  Σ’ εντελώς διαφορετική βάση διαμορφώθηκαν τα μυστήρια της Μεγάλης Μητέρας ή Κυβέλης ή Κυβήβης ή Ρέας της Μικράς Ασίας, αλλά και της Περσικής θεότητας Αναχίτας. Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται μυστήρια άλλων τοπικών θεοτήτων της Μικράς Ασίας όπως της Μα της θεάς των μυθικών Αμαζόνων και της Εφεσίας Άρτεμης. Τα μυστήρια εδώ τα χαρακτηρίζουν αιματηρά, αφού μέσα στην όλη τελετουργία περιλαμβάνεται και λούσιμο του αγάλματος της θεάς με αίμα ταύρου (ταυροβόλια) ή κριαριού (κριοβόλια). Η Κυβέλη είναι γνωστή ακόμα με τα ονόματα Αγδίστη, Δινδυμήνη, Σιπυλήνη. Και ως ακολούθους της θεωρούσαν τους Κορύβαντες, τους Κουρήτες, τους Σατύρους και τους Πάνες. Το κέντρο της λατρείας ήταν η Πεσινούντα της Μικράς Ασίας. Η λατρεία της θεάς πέρασε από νωρίς στον κόσμο του Αιγαίου ως Ρέα. Στα μυστήρια της Κυβέλης (και των άλλων ανάλογων θεοτήτων) έχουμε τα βασικά χαρακτηριστικά των μυστηρίων, «το θνήσκοντα θεόν» το μεγάλο εραστή της θεάς σε συνδυασμό με κάποια συμβολική μορφή ανθρωποθυσίας.
  Η Κυβέλη, και οι άλλες θεότητες με τ’ ανάλογα μυστήρια, είναι προσωποποίηση της άγριας φύσης. Λέγεται και «Ορεία Μήτηρ» ή Δινδυμήνη και στη συνοδεία της βρίσκονται λιοντάρια και άγρια ζώα. Τα μυστήρια της Κυβέλης είχαν για στόχο την ευκαρπία της γης. Ο μύθος της Κυβέλης φωτίζει κάπως το νόημα των μυστηρίων.
  Κατά μια εκδοχή η Κυβέλη γεννήθηκε από το σπέρμα του Δία που έπεσε στη γη.

  Η Κυβέλη γεννήθηκε ανδρόγυνος (σερνικοθήλυκη). Και επειδή οι θεοί φοβήθηκαν αυτόν τον σερνικοθήλυκο δαίμονα, τον ευνούχισαν αφαιρώντας του τα ανδρικά μόρια. Από τ’ αρσενικά λοιπόν μόρια της Αγδίστης που έπεσαν στη γη, φύτρωσε μια μυγδαλιά που μεγάλωσε γρήγορα και έκανε ωραίους καρπούς. Ένα μύγδαλο το πιο ωραίο το έκοψε η κόρη του Σαγγάριου ποταμού και το έβαλε στον κόρφο της. Το μύγδαλο εξαφανίστηκε αλλά η κόρη του Σαγγάριου έμεινε έγκυος. Το παιδί που έφερε στον κόσμο το φρόντισε ένας τράγος. Όταν μεγάλωσε έγινε ωραίος άντρας, ο Άττης, τον οποίο ερωτεύθηκε η Αγδίστη. Οι συγγενείς του Άττη αποφάσισαν να τον παντρέψουν με την κόρη του βασιλιά της Πεσινούντας. Στη διάρκεια του γάμου εμφανίστηκε η Αγδίστη, τον τρέλανε και ο Άττης έκοψε τα γεννητικά του όργανα. Το ίδιο έκανε και ο υποψήφιος πεθερός του. Η Αγδίστη μετάνοιωσε γι’ αυτό που έκανε και παρακάλεσε το Δία να κάνει το σώμα του Άττη αθάνατο, δηλαδή να μη σαπίζει. Ο Άττης λοιπόν είναι ο θνητός εραστής της Μεγάλης Μητέρας, όπως ο Ταμμούζ της Ιστάρ. Όμως δεν πεθαίνει για να αναστηθεί εδώ.
  Δεν γίνεται «ο θνήσκων θεός». Αποκόβει μόνος του τα γεννητικά του όργανα, αυτοευνουχίζεται, για να δώσει τον ανδρισμό του στη γη για να καρπίσει.
  Το ιερατείο της Κυβέλης, οι μυημένοι στα μυστήριά της, είναι ευνουχισμένοι όλοι. Και αυτό αποτελεί την ιδιαιτερότητα τους. Κάθε χρόνο νέοι που μυούνταν στα μυστήρια αυτοευνουχίζονται, θάβοντας τα γεννητικά τους μόρια στη γη. Και καθώς ευνουχίζονται κάθε χρόνο νεαροί, κατά την τέλεση των μυστηρίων, το πλήθος των ευνούχων μεγάλωνε.
  Οι μυημένοι στα μυστήρια ευνουχισμένοι λέγονται γάλλοι και στα ρωμαϊκά χρόνια αριθμούσαν δεκάδες χιλιάδες.
  Οι πιστοί στην Κυβέλη και στα μυστήρια της που φτάνουν στο σημείο ν’ αυτοευνουχίζονται και μάλιστα με πέτρινο εργαλείο, αντιμετωπίζουν τη γονιμική μιμητική μαγεία από άλλη γωνία και γι’ αυτό ξεχωρίζουν. Είναι οι οπαδοί του λεγόμενου από τους νεώτερους μελετητές «σταροβασιλιά», του ανθρώπου που θυσιάζεται κανονικά κατά την τέλεση της μαγείας. Αυτή η ανθρωποθυσία φαίνεται να είναι μια γενικευμένη πρακτική στις αρχαιότερες τροφοπαραγωγικές κοινωνίες. Ήταν μια μορφή ομοιοπαθητικής μαγείας. Η μεγάλη ιέρεια των ιερών της γης συμβολίζει την ίδια τη θεά, τη Μητέρα Γη. Συνευρισκόταν σεξουαλικά μ’ έναν ή περισσότερους νέους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Είναι οι αρσενικοί εραστές της θεάς ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει ένας που οι σύγχρονοι μελετητές θα τον ονομάσουν «σταροβασιλιά». Αυτός ο εξαιρετικός νέος άντρας στο τέλος θα θυσιαστεί και θα ταφεί μπρούμυτα στη γη ώστε να μεταφερθεί σ’ αυτήν η σεξουαλική δύναμη που γονιμοποιεί τη γη. Είναι ασφαλώς κάτι άλλο από τη γονιμική μιμητική μαγεία που έχει στόχο τη βροχή του ουρανού. Εδώ ενισχύεται η γονιμοποιός δύναμη που θα κάνει πιο καρπερή τη γη. Τέτοιες ανθρωποθυσίες έχουν εντοπιστεί σε διάφορα σημεία της Μέσης Ανατολής.
  Οι λατρείες της Μεγάλης Μητέρας της Μικράς Ασίας (Κυβέλη, Μα, Αναχίτα, Κυβήβη, Εφέσια Άρτεμης κ.λπ.) είναι αυτές που συνεχίζουν την παράδοση της θυσίας του «σταροβασιλιά» αλλά που σε κάποια στιγμή αντικατέστησαν τη θυσία με τον αυτοευνουχισμό. Για τη γονιμότητα της γης, σημασία είχαν τα γεννητικά όργανα και όχι όλο το σώμα του εραστή. Έτσι αντικαταστάθηκε η ανθρωποθυσία με τον αυτοευνουχισμό.
  Κάθε χρόνο κατά την τέλεση των μυστηρίων και μέσα σε ατμόσφαιρα εκστασιασμού που φαίνεται να επιτυγχάνεται με χρήση παραισθησιογόνων, οι νέοι που θα θυσιάσουν τα γεννητικά τους όργανα για τη γονιμότητα της γης κάνουν ομαδικό αυτοευνουχισμό με λίθινα μαχαίρια. Τα μεγάλα μυστήρια της Κυβέλης γίνονταν στις αρχές της άνοιξης.
  Σκοπός τους ήταν η ευκαρπία της γης. Η τέλεση των μυστηρίων ήταν η αναπαράσταση του μύθου του Άττη. Κρατούσαν συνολικά 13 ημέρες.
Τα μυστήρια άρχιζαν στις 15 Μαρτίου με τελετή των Καννηφόρων, μια τελετή που οι πιστοί έφεραν μαζί τους καλάμια. Ήταν η αναπαράσταση της ανεύρεσης του Άττη από την Κυβέλη μέσα στα καλάμια, που τελείωνε με θυσία για την καλή σοδειά.
  Ακολουθούσαν ημέρες νηστείας και καθαρμοί για να φτάσουν στα κυρίως δρώμενα του μυστηρίου. Είναι η ηθική προετοιμασία των πιστών. Με τους καθαρμούς και τη νηστεία διώχνουν τα κακά πνεύματα από το σώμα τους. Ήταν η περίοδος που χανόταν ο Άττης.
  Στις 22 Μαρτίου οι πιστοί με το ξόανο της θεάς πάνω σε άρμα ξεχύνονταν στα γύρω βουνά και λαγκάδια σε αναζήτηση του χαμένου Άττη. Ήταν οι στιγμές της αγωνίας.
  Συνοδεύονται από μουσικά όργανα και κάνουν οργιαστικούς χορούς. Ανακαλύπτουν έτσι νεκρό τον Άττη. Κατά το μύθο τον είχε σκοτώσει αγριόχοιρος. Τότε κόβουν ένα πεύκο από το δάσος. Οι δεντροφόροι (ιερείς της θεάς) στολίζουν το δέντρο με μάλλινες κλωστές και μενεξέδες, ενώ στον κορμό του πεύκου έδεναν ένα ομοίωμα ανδρός.
  Οι μενεξέδες ήταν τα λουλούδια που φύτρωσαν από το σώμα του Άττη, όταν ευνουχίστηκε. Και με στολισμένο το δέντρο και θρήνους για το χαμό του Άττη γυρνάνε στο ιερό της θεάς. Το στολισμένο δέντρο συμβολίζει τον νεκρό Άττη. Είναι κάτι σαν τον επιτάφιο των χριστιανικών μυστηρίων της ταφής και της ανάστασης.
  Η 23η Μαρτίου περνάει σε βαθύ πένθος για το νεκρό Άττη. Και ακούγεται από τη μια θρήνος για το χαμό του Άττη και από την άλλη με σάλπιγγες κυνηγούν τα κακά πνεύματα ώστε να μπορέσουν να περάσουν έτσι, στο κύριο μέρος των μυστηρίων που λέγεται Ημέρα του Αίματος.
  Η 24η του Μάρτη είναι η κορύφωση των μυστηρίων που γίνεται στο χώρο του ιερού.
  Ο Αρχιερέας της θεάς διενεργεί μια υποβλητική τελετουργία κατά την οποία εκστασιάζεται (το πιο πιθανό είναι να χρησιμοποιούνταν ναρκωτικά, όπιο, από παπαρούνα που είναι αυτοφυής στη Μ. Ασία).
  Μέσα από οργιαστικούς χορούς, μουσική και φυσικά κάποιες τεχνικές υποστηρίξης (όπιο) οι ιερείς της θεάς, οι περίφημοι γάλλοι, ευνουχισμένοι σε παλιότερες τελετουργίες δίνουν στη θεά αίμα. Προηγείται ο αρχιερέας που ρίχνει πρώτος αίμα με τα χέρια του πάνω στο ξόανο της θεάς. Οι άλλοι γάλλοι κτυπούν κύμβαλα και τύμπανα, παίζουν σύριγγες και κέρατα και χορεύουν δαιμονισμένους χορούς ώσπου φτάνουν σε παραληρική έκσταση. Φυσικά πρέπει να βοηθούνται από ναρκωτικές ουσίες. Και πάνω στην τρελή λογική της έκστασής τους, χτυπούν (τρυπούν) το σώμα τους με μαχαίρια για να βγει αίμα, με το οποίο περιλούζουν το ξόανο της Θεάς και το στολισμένο δέντρο, το νεκρό Άττη. Στη φάση αυτή πρέπει να αυτοευνουχίζονται και οι νέοι γάλλοι. Με τον τρόπο αυτό αντικαθιστούσαν την παλιότερη ανθρωποθυσία.
  Και φυσικά θάβουν τελετουργικά τα ανδρικά μόρια των αυτοευνουχισμένων. Ήταν η μεγάλη στιγμή των Κυβελείων μυστηρίων. Ήταν η στιγμή που οι ιερείς της θεάς ζούσαν στον εξωλογικό κόσμο των πνευμάτων, χωρίς να νιώθουν πόνο από τα τραύματα. Αργά τη νύχτα της 24ης Μαρτίου ιερείς (γάλλοι), νεοφώτιστοι και πιστοί αφού θρηνούσαν και υπέφεραν ως την εξάντληση, αλλάζουν διάθεση. Ήταν η στιγμή της Ανάστασης του Άττη. Ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας ανάβει ένα φως, το φως της ανάστασης.
  Ανοίγουν τον τάφο του θεού και αναγγέλλεται η ανάσταση του Άττη. Και ακολουθούσε αναστάσιμη μουσική και ύμνοι. Ο αρχιερέας έδινε κάποιο βάλσαμο στους πιστούς (κάτι σαν μετάληψη των χριστιανών) και τους έλεγε ψιθυριστά στο αυτί το χαρμόσυνο άγγελμα της ανάστασης και της σωτηρίας.
  Την 25η Μαρτίου που ήταν και η ημέρα της εαρινής ισημερίας γιορταζόταν η Ανάσταση του Άττη. Η γιορτή αυτή της ανάστασης λεγόταν Ιλάρια (χαρά). Ο Σαλούστιος (ο νεώτερος) παρομοιάζει τη γιορτή αυτή με καρναβάλι.
Οι πιστοί περιφέρονταν στην πόλη μεταμφιεσμένοι και μπορούσαν να λένε και να κάνουν ότι θέλουν. Είναι τα αντίστοιχα με τα όργια στα Ελευσίνια μυστήρια ή στα άλλα μυστήρια στον κόσμο του Αιγαίου. Και είναι ακόμα το φιλί της αγάπης των χριστιανών αμέσως μετά την ανάσταση. Στην Ορθόδοξη εκκλησία είναι η γιορτή της αγάπης που γίνεται το μεσημέρι της Ανάστασης.
  Την 26η Μαρτίου όλοι ησύχαζαν. Τα γλέντια είχαν τελειώσει και αναπαύονταν.
  Η 27η Μαρτίου ήταν η τελευταία ημέρα των μυστηρίων της Κυβέλης. Οι πιστοί σχημάτιζαν πομπή γύρω από τη βοϊδάμαξα που έσερνε το άγαλμα της θεάς και το πήγαιναν για καθαρμό. Το έπλεναν και ύστερα το μετέφεραν στο ναό της θεάς. Το πλύσιμο γινόταν από τον αρχιερέα της θεάς που ήταν ντυμένος με πορφύρα. Στην επιστροφή στο ναό στόλιζαν το άγαλμα και το αμάξι με νέα λουλούδια.
  Στα μυστήρια της Κυβέλης που τελούνταν στη Ρώμη στα αυτοκρατορικά χρόνια, την πομπή για τον καθαρμό του ασημένιου αγάλματος της θεάς την ακολουθούσαν οι άρχοντες και οι Πατρίκιοι που προηγούνταν και ακολουθούσαν τυμπανιστές και το πλήθος των πιστών. Οι Ρωμαίοι έχουν στενές σχέσεις με την Κυβέλη από την οποία πίστευαν ότι κατάγονταν.






Κεφάλαιο έκτο


  Τα μυστήρια, δηλαδή οι τελετουργίες για την ευκαρπία της γης, σ’ όλο τον κόσμο τελούνταν από στενό και κλειστό κύκλο μυημένων που αποτελούσαν χωριστή κοινότητα μέσα στην κοινωνία. Στη Μέση Ανατολή αυτές οι κοινότητες των μυημένων ζούσαν κοντά στα ιερά, αποτελούσαν μέρος των ιερών.
  Στον κόσμο του Αιγαίου, όμως, οι μυημένοι δεν αποσπούνταν από την κοινωνία, ζούσαν μέσα σ’ αυτήν. Όμως έφεραν κάποιο διακριτικό σημάδι, κάποιο σύμβολο, που ήταν ταυτόχρονα και φυλακτό. Και αναγνωρίζονταν μεταξύ τους με κάποια μυστικά συνθήματα ή χειρονομίες.
  Το κοινό, σ’ όλους τους μυημένους, ήταν ότι κρατούσαν «απόρρητα» τα μυστικά της μύησης τους. Ακόμα και εκείνοι που τελικά θα εγκαταλείψουν τον κύκλο των μυημένων δεν θα τολμήσουν ν’ αποκαλύψουν τη μύηση. Ο Κλήμης της Αλεξανδρείας, από τους πατέρες της χριστιανικής εκκλησίας που έγινε διώκτης της αρχαίας λατρείας, ήταν μυημένος στα Ελευσίνια μυστήρια, αλλά ποτέ δεν τόλμησε να αποκαλύψει το περιεχόμενο της μύησης. Μίλησε για τα δρώμενα, γι’ αυτά που γίνονται μπροστά στα μάτια και μη μυημένων, αλλά δεν τόλμησε να αποκαλύψει την κύρια μύηση.
  Απ’ ό,τι στοιχεία έχουμε σήμερα, φαίνεται ότι στον κόσμο του Αιγαίου, δεν υπήρχαν γραπτά στοιχεία της μύησης. Στις άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής υπήρχαν γραπτοί οι μύθοι που τους εξηγούσαν οι ιεροφάντες στους μυημένους, όπως το «Ενούμα Έλις» στη Βαβυλώνα ή οι μύθοι του Βάαλ και των άλλων μυστηριακών θεοτήτων. Μόνο στην Αίγυπτο είχε καταγραφεί ολόκληρη η μύηση με τις ερμηνείες μαζί. Μόνο που εκεί τα είχαν τηρήσει στα παλιότερα ιερογλυφικά και φυλάσσονταν στα βάθη των ιερών.
  Αυτά τα στοιχεία της μύησης τα απέδωσε στα Ελληνικά, ο τελευταίος των μεγάλων μυστών, ο Μανέθωνας με τη βοήθεια του μυημένου στην Ελευσίνα Τιμόθεου.
  Είναι τα «Ερμητικά Κείμενα». Ασφαλώς αποδόθηκαν στο ελληνικό πνεύμα. Μόνο που τα «Ερμητικά Κείμενα» είναι τα κείμενα της ανώτερης μύησης. Δεν έχουμε λοιπόν κείμενο με τη μύηση των τεσσάρων πρώτων βαθμών που γίνεται στο Αιγαίο.
  Κοινό σ’ όλα τα μυστήρια είναι ότι για να μπορέσει να περάσει κάποιος στον κύκλο των μυημένων έπρεπε να τον εισάγει κάποιος που ήταν ήδη μυημένος και που φυσικά θα είναι υπεύθυνος απέναντι της κλειστής κοινότητας των μυημένων για το πρόσωπο του. Ήταν αυτό που θα λέγαμε σήμερα νουνός, που θα καθοδηγούσε το νεοφώτιστο σ’ όλη την πορεία της μύησης [43].
  Ο υποψήφιος για τη μύηση έπρεπε να έχει προετοιμαστεί και να έχει δεχθεί ότι θα αποβάλλει τον «άγριο χαρακτήρα» που έχουν όλοι οι μη μυημένοι, χαρακτήρας που προσδιορίζεται από τις πλάνες, τις προλήψεις και τις αδυναμίες. Μ’ άλλα λόγια έπρεπε να δεχθεί ότι πέθαινε ως άνθρωπος που ήταν τότε και θα αναγεννηθεί σε μια νέα κατάσταση. Αποδεχόταν δηλαδή και για τον εαυτό του το θάνατο και την ανάσταση.
  Φυσικά πρόκειται για συμβολικά πράγματα. Κάτι τέτοιο γίνεται και στη διαδικασία να γίνει κάποιος καλόγερος (μοναχός) στα πλαίσια και στην πρακτική της χριστιανικής εκκλησίας. Η δοκιμασία και διαδικασία για να κριθεί κανένας μοναχός έχει τα ίδια ακριβώς στοιχεία με εκείνα του ανθρώπου που θα μυούνταν στα μυστήρια. Στην περίπτωση των μοναχών αλλά και των αξιωματούχων της χριστιανικής εκκλησίας ο θάνατος και η ανάσταση συμβολίζονται με την αποβολή του παλιού τους ονόματος και την αποδοχή ενός νέου ονόματος που έχει την έννοια της αναγέννησης (ανάστασης) στον κόσμο του θεού.
  Ο νουνός του υποψήφιου είχε ερευνήσει, πριν να παρουσιάσει τον νέο στη μύηση, ότι όλα αυτά τα δεχόταν.
  Ύστερα ο υποψήφιος έμπαινε στη διαδικασία των καθαρμών. Έπρεπε να αποβάλλει από το σώμα και την ψυχή κάθε ακαθαρσία, κάθε κακία. Οι καθαρμοί είναι αναγκαίοι τόσο για την είσοδο του υποψήφιου για μύηση, όσο και σε κάθε στάδιο της μύησης, για το πέρασμα από το ένα στάδιο στο άλλο.
  Οι καθαρμοί περιλάβαιναν καθαρισμό του σώματος και της ψυχής με λουτρά αλλά και νηστείες. Επειδή πίστευαν πως τα κακά πνεύματα, που προκαλούν τις αρρώστιες και κρατάνε την ψυχή του ανθρώπου δέσμια στην ύλη, εισέρχονταν στο ανθρώπινο σώμα με τις τροφές, έπρεπε να αποβάλλει από το σώμα του όλα αυτά τα στοιχεία, ώστε να αποβληθούν και τα κακά πνεύματα και να ελευθερωθεί η ψυχή για να είναι σε θέση να πετάξει προς το θεό.

  Στο τελευταίο στάδιο της μύησης, ο άνθρωπος πρέπει να έχει σβήσει κάθε υλική επιθυμία και μένει να βλέπει πια μόνο με τα μάτια της ψυχής.
  Οι καθαρμοί ουσιαστικά είναι στοιχεία μιμητικής μαγείας, που είναι ζωτικός παράγοντας στην όλη διαδικασία των μυστηρίων.
  Στο στάδιο αυτό, πριν ν’ αρχίσει κανονικά η μύηση, ο άνθρωπος αποβάλλει από πάνω του κάθε μέταλλο, κάθε κόσμημα. Μια συμβολική πράξη ότι αποβάλλει κάθε επιθυμία που έχει σχέση με τον παλιό του εαυτό.
  Και κάτι ακόμα που πρέπει να σημειωθεί σ’ αυτό το στάδιο. Στον υποψήφιο για μύηση δηλωνόταν κατηγορηματικά ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει να αλλάξει τίποτε απ’ ότι θα διδαχθεί. Στο ναό του Πτά ή Φθά υπήρχε χαραγμένη με μεγάλα γράμματα η φράση: «Δεν πρέπει να αλλαχθεί ούτε λέξη απ’ όσα θα μάθεις εδώ». Και σε άλλο σημείο υπήρχε μια άλλη φράση: «Δεν πρέπει να αντικαθιστάς ένα πράγμα με άλλο. Προσοχή δεν πρέπει να παρουσιαστούν προσωπικές ιδέες. Προσπάθησε να μαθαίνεις με την αυστηρή μέθοδο του εκπαιδευτή σου».
  Δηλαδή μια είναι η αλήθεια, αυτή που θα σε διδάξουν οι εκπαιδευτές σου και τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Είναι το ίδιο ρητό που περιέχεται και στη φράση της χριστιανικής θρησκείας, που λέει ότι «δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε ιώτα στον αιώνα του αιώνος».
  Η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται μέσα σε μια στιγμή. Ο νεοφώτιστος μαθαίνει σιγά-σιγά την αλήθεια. Και γι’ αυτό υπάρχουν διάφορα στάδια ή βαθμοί στη μύηση.
  Στην Ελευσίνα υπήρχαν τρία στάδια που εκφράζονταν με τα Μικρά Ελευσίνια, τα Μεγάλα Ελευσίνια και τα Εποπτικά. Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου βαθμού μύησης ο μυούμενος μπορεί να παίρνει μέρος στα Μικρά Ελευσίνια.
  Μετά την ολοκλήρωση του δεύτερου βαθμού ο μυούμενος παίρνει μέρος στα Μεγάλα Ελευσίνια. Με την ολοκλήρωση της μύησης (τρίτος βαθμός), ο μύστης πια έπαιρνε μέρος στα Εποπτικά, όπου του αποκαλυπτόταν το μυστήριο της ζωής και οι πιστοί θεώνονταν με τελετουργία.
  Είναι κάτι που, στη χριστιανική θρησκεία, ταυτίζεται με τη μετάληψη των αχράντων μυστηρίων.
  Αυτοί οι βαθμοί μύησης αντιστοιχούσαν και στα μυστήρια της Ίσιδας στην Αίγυπτο. Όμως στην Αίγυπτο η μύηση συνεχιζόταν σε άλλο επίπεδο που λέγονταν μυστήρια του Όσιρη. Ο Απουλήιος στις «Μεταμορφώσεις του» γράφει μετά τη μύηση στην Ίσιδα: «Κάτι καινούργιο και απροσδόκητο τότε έμαθα παρόλο που συμμετέχω πια στα μυστήρια της θεάς, ότι υπάρχει ένας ισχυρός θεός, ο πατέρας όλων των θεών, ο ανίκητος Όσιρης, για τον οποίο δεν έχω μάθει ακόμα πολλά πράγματα. Και μου εξήγησαν ότι παρά τους στενούς δεσμούς μεταξύ τους (της Ίσιδας και του Όσιρη), παρά την ενότητα των δύο θεοτήτων υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο μυήσεις» [44].
  Στη διάρκεια της μύησης ο νεοφώτιστος πρέπει να κάνει ένα ή και περισσότερα συμβολικά ταξίδια, τα οποία τ’ ακολουθούν και ανάλογοι θρονισμοί. Ο θρονισμός ήταν ένα είδος βαπτίσματος. Ο μυούμενος καθόταν στο μέσο του ιερού και γύρω του το ιερατείο έψελνε ύμνους και έκανε μαγικές τελετουργίες (αποτρεπτικές και ευχετήριες). Το συμβολικό ταξίδι είναι στην ουσία κάθοδος στον Άδη και το τέλος του που είναι επαναφορά στο φως, η Ανάσταση. Είναι η πιο μεγάλη δοκιμασία του νεοφώτιστου. Και οι θρονισμοί αντιστοιχούν στο βάπτισμα της χριστιανικής θρησκείας.
  Αφού περνάει την περιπέτεια του συμβολικού ταξιδιού ο μυούμενος δέχεται το πρώτο σύμβολο της μύησης, γίνεται μύστης σε κάποιο βαθμό. Σε κάθε βαθμό μύησης παίρνει και κάποιο άλλο γνώρισμα. Το σύμβολο της μύησης το παίρνει στη διάρκεια του θρονισμού.
  Το συμβολικό ταξίδι είναι το ταξίδι στον Κάτω Κόσμο. Ο νεόφυτος οδηγείται σε σκοτεινό μέρος όπου δεν βλέπει πουθενά φως και εκεί αφήνεται μόνος του.
  Είναι η στιγμή της περισυλλογής του, να γνωρίσει τον εαυτό του. Είναι η μεγάλη δυσκολία. Στην Αίγυπτο ο νεόφυτος οδηγούταν μέσα από σκοτεινούς διαδρόμους που τον τρόμαζαν.
  Σε ορισμένα μυστήρια το ταξίδι στον Κάτω Κόσμο ήταν σε ένα σκοτεινό σπήλαιο.
  Έτσι γινόταν στα μυστήρια του Δία στην Κρήτη και του Μίθρα στην Περσία.
  Το ταξίδι στον Κάτω Κόσμο ήταν συνήθως τρομαχτικό για το νεόφυτο. Συνοδευόταν από θορύβους μέσα στο σκοτάδι, κραυγές και φαντάσματα. Όλα δοκίμαζαν την αντοχή του νεόφυτου. Η ανάσταση ήταν η άνοδος του νεοφώτιστου σε φωτεινό μέρος, όπου όλα ήταν ευχάριστα και πλημμυρισμένα με φως. Σ’ αυτό το σημείο γινόταν ο θρονισμός, το βάπτισμα του νεόφυτου, όπου παίρνει τον τίτλο του μύστη. Ο νεοφώτιστος, αφού έκανε νέους καθαρμούς, καθόταν σ’ ένα «θρόνο» και γύρω του συγκεντρώνονταν μύστες, που τελούσαν τελετουργικούς χορούς με ανάλογη μουσική. Ήταν ένα είδος δοξολογίας. Οι καινούργιοι καθαρμοί έχουν κάτι ανάλογο με τους καθαρμούς που κάνει η Ιστάρ στα μυστήρια του Ταμμούζ (Μεσοποταμία), όταν την απελευθέρωνε η αδελφή της Ερεσκιγκάλ.
  Οι ίδιοι καθαρμοί γίνονται και στα μυστήρια του Όσιρη όταν η σύζυγος και αδελφή του Ίσιδα βρήκε το δολοφονημένο σώμα του Όσιρη. Η Ίσιδα καθαρίζει τα μέλη του Όσιρη με αποτρεπτικές μαγικές πράξεις και λόγους, ώστε να διώξει από πάνω του τα ίχνη του θανάτου. Το ίδιο γίνεται και στην περίπτωση του νεόφυτου.
  Πριν ν’ ανακηρυχθεί μύστης για να μπεί στην κοινότητα των μυημένων καθαίρεται από τα ίχνη του θανάτου που τον άγγιξαν στο περίφημο ταξίδι του. Μετά τους καθαρμούς γίνεται ο θρονισμός που συνοδεύεται από μια δοξολογία. Ο νεοφώτιστος έπαιζε τα δρώμενα των κανονικών μυστηρίων όπως θα δώσουμε στα συγκεκριμένα μυστήρια. Αμέσως μετά το θρονισμό και τη δοξολογία δίνονταν στο νεοφώτιστο τα σύμβολα της συγκεκριμένης μύησης.
  Σε κάθε μυστήριο υπήρχε κάποιο ιδιαίτερο σύμβολο. Και παράλληλα του δίδασκαν τα διάφορα σύμβολα με τα οποία αναγνωρίζονταν μεταξύ τους οι πιστοί.
  Και τα σύμβολα αυτά ήταν χειρονομίες και λέξεις. Πρόκειται για χειρονομίες όπως το σύμβολο του σταυρού, που κάνουν οι χριστιανοί με το χέρι. Και η συμβολική χειρονομία του σταυρού ήταν κάποτε το σήμα αναγνώρισης των πρώτων χριστιανών.
  Η πιο συνηθισμένη χειρονομία των μυημένων στα διάφορα μυστήρια ήταν το μπράτσο σε ορθή γωνία μπροστά στο στήθος (σήμα των μυστηρίων της Ίσιδας και του Όσιρη) ή πάνω από το κεφάλι (σήμα των μυημένων στα Ελευσίνια μυστήρια).
  Υπήρχαν και πάρα πολλές άλλες χειρονομίες αναγνώρισης μεταξύ των μυημένων. Ακόμα χρησιμοποιούσαν λέξεις κατά το γνωστό σύνθημα και παρασύνθημα.
  Ο νεοφώτιστος περνούσε συμβολικά στο θάνατο μέσα στο σκοτάδι όπου κλεινόταν. Έτσι απέβαλλε τον παλιό του εαυτό, μαζί με όλα τα αμαρτήματα του και ανασταινόταν, αναγεννιόταν σε νέα ύπαρξη. Τη νέα ύπαρξη, τη συνειδητοποιούσε στα σκοτάδια του τάφου, όπως ο σπόρος που ρίχνεται στη γη και εκεί βρίσκει τη δύναμη να βλαστήσει σε νέα ζωή. Όλη τούτη η πορεία παρακολουθεί σε κάθε βήμα τον μυούμενο.
  Έτσι η αναγέννηση του μυούμενου μετά το συμβολικό θάνατο είναι έργο του μύστη, που παίρνει εδώ τη θέση του πατέρα στο νεοφώτιστο. Είναι ακριβώς ότι γίνεται και με το βάπτισμα στη χριστιανική εκκλησία.
  Ο νουνός που δίνει τ’ όνομα στο παιδί είναι ο πνευματικός του πατέρας. Το βάπτισμα που γίνεται σε νηπιακή ηλικία είναι η αντικατάσταση του ταξιδιού στον Κάτω Κόσμο. Το παιδί βυθίζεται στην κολυμπήθρα, μια συμβολική πράξη που σημαίνει την ταφή και ύστερα η ανάσταση με το νέο όνομα που το δίνει ο νουνός.
  Στα αρχαία μυστήρια ο νουνός δεχόταν το νεοφώτιστο μετά το θρονισμό του περίπου όπως ο νουνός σήμερα παίρνει το νεοφώτιστο, μετά το βάπτισμα του στα χέρια του.
  Ο μύστης νουνός αγκαλιάζει το νεοφώτιστο κατά τρόπο που να συμβολίζει ότι γεννήθηκε απ’ αυτόν.
  Μετά το θρονισμό (δηλαδή το βάπτισμα) και τη δοξολογία που ακολουθούσε ο νουνός μύστης αναλάμβανε τη μύηση πια του νεοφώτιστου. Ως αυτή τη στιγμή ο νεοφώτιστος, ελάχιστα πράγματα γνώριζε και κείνα σε συμβολικούς μύθους που ήταν αδύνατο να τους κατανοήσει λογικά.
  Ο Ιουλιανός, ο λεγόμενος Παραβάτης, αυτοκράτορας του Βυζαντίου που θέλησε να αναστηλώσει την αρχαία θρησκεία λέει χαρακτηριστικά για τους μυητικούς μύθους: «Τα μυητικά αινίγματα επινοήθηκαν για να μην φτάνουν οι υπέροχες Αλήθειες των Μυστηρίων καθαρές και γυμνές στ’ αυτιά των πιστών και πήγαιναν καλυμμένα με σύμβολα» [45]. Και ο Μακρόβιος [46], μιλώντας για το συμβολισμό των μυστηρίων λέει: «Δεν μπορείς να φτάσεις στο νόημα των Μυστηρίων παρά μόνο μέσα από τους σκοτεινούς δρόμους του Συμβολισμού. Η φύση δεν παρουσιάζεται γυμνή ούτε και στους ίδιους τους μυημένους! Μόνο αυτοί που ξεχωρίζουν για τη σοφία τους μπορεί να ερμηνεύσουν αυτά τα Μυστικά. Οι άλλοι θα πρέπει να αρκεστούν στο σεβασμό των πραγμάτων της Μύησης που είναι συμβολικές εικόνες».
  Και ο Πλωτίνος [47], γράφει τα εξής σχετικά με τα σύμβολα: «Στα μυστήρια απαγορεύεται η αποκάλυψη των μυστικών σε κείνους που δεν έχουν μυηθεί. Η μύηση είναι απόρρητη και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να γίνεται γνωστή σε κείνους που δεν είχαν την ευτυχία να τη δεχθούν».
  Και ο Ιάμβλιχος [48], για τα σύμβολα λέει: «Ακούστε τώρα σύμφωνα με το πνεύμα των Αιγυπτίων τη νοητική ερμηνεία των Συμβόλων. Απομακρύνατε τις παραστάσεις των συμβόλων που έχουν αποτυπωθεί απλά στη φαντασία σας ή που τα έχετε μάθει από ακούσματα. Και προσηλωθείτε στην αλήθεια».
  Οι καθαρμοί, που συνοδεύουν τη μύηση, μπορούν να γίνονται με διάφορα μέσα και πάντα συνοδεύονται με λόγια, καθαρώς αποτρεπτικής μαγείας για την προετοιμασία του νεόφυτου, προκειμένου να τον απαλλάξουν από τα κακά πνεύματα και ικετευτικά μετά την κάθαρση για να βοηθήσουν οι θεοί ή ο συγκεκριμένος θεός την ψυχή του νεόφυτου να δει το φως της αλήθειας. Καθαρμοί γίνονται με νερό (λουτρά του σώματος και αγιασμός) και ιδιαίτερα θαλασσινό, με τη φωτιά (εξαγνιστικό πυρ), με νηστείες, με το κόσκινο (όπως με το κόσκινο καθαρίζουμε το στάρι από τα ζιζάνια). Έτσι πιστεύουν ότι μπορούν να εξαγνίσουν και τον άνθρωπο, ακόμη με διάφορα βότανα και πολύπλοκες μαγικές συνταγές.
  Η Ίσιδα ήταν η μεγάλη μάγισσα που την επικαλούνταν ακόμα και οι θεοί.
  Η μύηση αρχίζει μετά τον πρώτο θρονισμό (το πρώτο βάπτισμα). Ο μύστης που έφερε το νεόφυτο, πριν από το θρονισμό, τον αγκαλιάζει με τρόπο που έδειχνε ότι ο νεόφυτος έβγαινε από την αγκαλιά του. Ο νέος άνθρωπος αναγεννιόταν από το μύστη του.
  Γνωρίζουμε ότι η μύηση ήταν διάφορα επίπεδα που ουσιαστικά αποτελούσαν βαθμούς ή τάξεις μιας σχολής. Ο νεόφυτος περνούσε πραγματικά με δοκιμασίες από τον έναν βαθμό στον άλλο.
  Για το τι ακριβώς ήταν η μύηση και οι βαθμοί της, μπορούμε να σχηματίσουμε μια κάποια ιδέα, από την περίφημη σχολή του Πυθαγόρα στον Κρότωνα.
  Είπαμε ότι η μύηση και το περιεχόμενο της ήταν εφτασφράγιστο μυστικό και κανένας μυημένος δεν το αποκάλυψε. Γνωρίζουμε μόνο τη μύηση σε ανώτερο βαθμό, τη μύηση εκείνων που προορίζονται για ιεροφάντες και μεγάλοι μύστες που είναι τα περίφημα «Ερμητικά κείμενα». Αλλ’ αυτό δεν μας λύνει το πρόβλημα της μύησης των κοινών μυημένων. Τα «Ερμητικά κείμενα» αρχίζουν εκεί που τελειώνει η κοινή μύηση.
  Στην κοινή μύηση, που φτάνει ως τον τρίτο ή τέταρτο βαθμό, ο μυημένος δεν εισέρχεται στον κόσμο των θεών, δεν ζει στον υπερβατικό κόσμο των πνευμάτων. Από κάποια ρωγμή αντικρύζει αυτόν τον κόσμο των πνευμάτων. Η απλή μύηση δεν φτάνει στον κόσμο των θεών. Δεν φτάνει να γυμνώσει το μύθο και να δει την ουσία που κρύβεται πίσω από τα φανταχτερά φορέματα του μύθου. Ο μυημένος μπορεί να ανυψώνεται πάνω από την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά δεν φτάνει στο φωτεινό κόσμο του πνεύματος, των θεών.
  Αποδεσμεύεται από τα υλικά δεσμά και προσπαθεί να διεισδύσει στον υπερβατικό κόσμο. Είναι ακόμη άνθρωπος. Ο ιεροφάντης έχει κάνει ένα τεράστιο άλμα και έχει μπει στο φωτεινό υπερβατικό κόσμο.
  Ο απλός μυημένος τον βλέπει ακόμη από μακριά και πρέπει να κάνει μεγάλη προσπάθεια για να φτάσει εκεί. Αυτό πραγματοποιείται με την ανώτερη μύηση, με τα «Ερμητικά κείμενα» για την Αίγυπτο.
  Στα Ελευσίνια και στα Καβείρια μυστήρια, η μύηση φτάνει ως την αποκάλυψη του μυστηρίου της ζωής. Η μύηση δεν προχωράει πιο πέρα. Την παραπέρα μύηση θα την βρούμε στην Αίγυπτο ή στα ιερατεία της Μέσης Ανατολής. Για τ’ άλλα ιερατεία δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα ενώ για το Αιγυπτιακό γνωρίζουμε πάρα πολλά χάρη στο Μανέθωνα.
  Μιλήσαμε προηγούμενα ότι τρείς είναι οι μέγιστοι των μυστών του κόσμου του Αιγαίου: ο Κάδμος, ο Ορφέας και ο Πυθαγόρας. Και απ’ αυτούς μόνο ο Πυθαγόρας μας προσφέρεται για τη μελέτη της μύησης.
  Ο Πυθαγόρας πριν να φτάσει στην Αίγυπτο όπου θα ανακηρυχθεί σε μέγα ιεροφάντη και πρωθιερέα, ήταν μυημένος στα Ορφικά και στα Καβείρια και είχε δάσκαλο του το Φερεκύδη, που είχε πάει στην Αίγυπτο και είχε φτάσει στο βαθμό του ιεροφάντη.
  Φεύγει για την Αίγυπτο το 525 π.Χ. μυημένος στους τρείς ή τέσσερους βαθμούς που μπορούσαν να μυήσουν τα Καβείρια ή τα Ελευσίνια, θα γυρίσει και πάλι στον κόσμο του Αιγαίου ή καλύτερα όταν θα εγκατασταθεί στον Κρότωνα της Ν. Ιταλίας θα καθιερώσει μύηση στα πλαίσια των απλών μυημένων. Παρόλο που ήταν ιεροφάντης δεν θα επιχειρήσει να δημιουργήσει εδώ άλλους ιεροφάντες.
  Ο Πυθαγόρας εκτός από ιεροφάντης είναι και ο πρώτος που πήρε τον τίτλο του φιλοσόφου στον Ελληνικό κόσμο. Σοφία για τον αρχαίο κόσμο ήταν η γνώση του υπερβατικού κόσμου και της ζωής. Ο Πυθαγόρας ήταν ο φίλος αυτής της σοφίας την οποία αποκάλυπτε στους μαθητές του.
  Ο Πυθαγόρας δημιούργησε μια σχολή κατά το πρότυπο των ξεχωριστών κοινοτήτων που υπήρχαν στην Αίγυπτο. Μια από αυτές τις Σχολές της Αιγύπτου ήταν εκείνη που φύλαγε τα «Ερμητικά κείμενα».
  Η σχολή του Πυθαγόρα ήταν μια τέτοια προσπάθεια. Και φυσικά αποκάλυπτε αυτά που έπρεπε να μάθουν οι απλοί μυημένοι.
  Σε αντίθεση με τη μύηση στα ιερά που τελούνταν τα μυστήρια, ο Πυθαγόρας συστηματοποίησε αυτές τις γνώσεις σε ορθολογικό τρόπο. Έτσι η αποκάλυψη αυτών των μυστικών καταλήγει να είναι φιλοσοφία και λογική, όχι υπερβατική κρίση.
  Είναι ασφαλώς η ποιοτική διαφορά του Πυθαγόρα από κάθε προηγούμενο μύστη.
  Ο Πυθαγόρας έβαλε τη λογική εκεί που οι αρχαιότεροι του ιεροφάντες (Κάδμος, Ορφέας, αλλά και ο δάσκαλος του Φερεκύδης) απαιτούσαν την ενατένιση και ζητούσαν από τους νεοφώτιστους ν’ ανοίξουν τα μάτια της ψυχής τους.
  Η σχολή του Πυθαγόρα ήταν μια τέλεια μύηση ως τον τρίτο ή τέταρτο βαθμό.
  Πραγματικά ο Πυθαγόρας μιλάει και για τέταρτο βαθμό, αφού τέσσερες ήταν οι τάξεις, οι βαθμοί στη σχολή του. Η λογική έκφραση μας ανοίγει το δρόμο της μύησης.
  Θα προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε τη διδασκαλία του Πυθαγόρα για να κατανοήσουμε τι σήμαινε μύηση. Αυτά για την ώρα, γιατί στο τέλος της περιπέτειας μας στα μυστήρια του αρχαίου κόσμου, θα σταθούμε ιδιαίτερα στον Πυθαγόρα και στη ζωή του. Για τώρα θα μιλήσουμε μόνο για τη σχολή του στον Κρότωνα και όχι για τη διαμόρφωση του ίδιου του Πυθαγόρα και του ρόλου του στα μυστήρια όλης της Ελλάδας.
  Όταν ο Πυθαγόρας γύρισε, από την αιχμαλωσία του στη Βαβυλώνα, στην πατρίδα του τη Σάμο και επιχείρησε να δημιουργήσει μια κοινότητα μυημένων, παρόμοια με εκείνες που υπήρχαν στην Αίγυπτο, οι πατριώτες του όχι μόνο του το αρνήθηκαν, αλλά και τον κατεδίωξαν. Η Σάμος ήταν μια πλούσια πόλη εκείνη την εποχή και δεν μπορούσε να δεχθεί την αυστηρή ασκητική ζωή που απαιτούσε ο Πυθαγόρας.
  Έτσι ο Πυθαγόρας αναγκάστηκε να πουλήσει τα υπάρχοντά του στη Σάμο, να πάρει μαζί του και τη μητέρα του που ζούσε ακόμα και να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Με παρότρυνση του γνωστού του από την Περσική αυλή γιατρού Δημοκήδη από τον Κρότωνα της Ν. Ιταλίας, ο Πυθαγόρας εγκαταστάθηκε στον Κρότωνα, όπου βρήκε πρόσφορο έδαφος για τα σχέδια του.
  Στον Κρότωνα λοιπόν ο Πυθαγόρας δημιούργησε την κοινότητα των μυημένων παράλληλα με μια σχολή από την οποία θα έβγαιναν οι μυημένοι.
  Η σχολή του ήταν μια καθαρή μύηση κατά τα πρότυπα των μυστηρίων. Η επιλογή των μαθητών και η διδασκαλία του αποτελούσαν ένα πλήρη κύκλο μύησης. Όπως στα μυστήρια έτσι και στη σχολή και την κοινότητα του Πυθαγόρα τα στόματα ήταν κλειστά.
  Η κοινότητα ήταν κοινοβιακή σαν τα κατοπινά χριστιανικά μοναστήρια.
  Κέντρα της κοινότητας ήταν ο ναός της Δήμητρας και ο ναός του Απόλλωνα. Το κοινόβιο ήταν περιφραγμένο και στην είσοδο του υπήρχε η φράση: «Εκάς οι βέβηλοι».
  Στη σχολή, δηλαδή στη μύηση, οι νέοι περνούσαν από δοκιμασία πριν να γίνουν δεκτοί. Το νέο μαθητή έπρεπε να τον συστήσει κάποιος μυημένος ή οι γονείς του, όπως και όσοι μυούνταν στ’ άλλα μυστήρια.
  Από μια πρώτη εξέταση έκριναν τη διανοητική ικανότητα του νέου. Αν τον έκριναν άξιο ο νέος έμπαινε στο γυμναστήριο της κοινότητας. Η δοκιμασία κρατούσε αρκετές ημέρες. Άφηναν το νέο να επιλέγει την απασχόληση του αλλά παρακολουθούσαν την κάθε του εκδήλωση. Έπρεπε ο νέος να συνηθίσει στην αυτοπειθαρχία.
  Ο υποψήφιος μαθητής της σχολής περνούσε τη δοκιμασία του θανάτου και της ανάστασης κατά παρόμοιο τρόπο που γινόταν σ’ όλα τα μυστήρια. Ο νέος κλεινόταν σ’ ένα σκοτεινό κελί όπου έμενε μια ημέρα με ένα κανάτι νερό και ένα ξεροκόμματο ψωμί. Και του ανάθεταν να λύσει μέσα στη σιωπή και στο σκοτάδι κάποιο δύσκολο πρόβλημα. Μετά τη δοκιμασία αυτή τον έβγαζαν και τον υποδέχονταν όλοι μαζί όσοι είχαν περάσει τη δοκιμασία. Και όλοι μαζί ρωτούσαν την απάντηση που βρήκε ο νεόφυτος, ειρωνευόμενοι τις απαντήσεις του. Ήταν μια δοκιμασία του χαρακτήρα του νεόφυτου.
  Αν δεν άντεχε και ξεσπούσε σε απαράδεκτη αντίδραση αποβαλλόταν από τη σχολή, πριν καλά καλά να γίνει μέλος.
  Ύστερα από τη δοκιμασία αυτή ο νεόφυτος περνάει στη καθαυτό μύηση που χωρίζεται σε τέσσερους βαθμούς ή τέσσερεις τάξεις μαθημάτων.
  Στον πρώτο βαθμό ισχύει αυτό που έλεγε ο Πυθαγόρας «Μούσα της σιωπής». Είναι η εποχή κατά την οποία ο νεόφυτος πρέπει να αναπτύξει τη διαίσθηση, να ανοίξει τα μάτια της ψυχής.
  Οι δάσκαλοι, γιατί σύντομα καλλιέργησε ικανούς μυημένους να κάνουν το δάσκαλο, εξηγούσαν στους νέους το ρόλο της μητέρας και του πατέρα στη ζωή και τους σύγκρινε με τη Δήμητρα ή την Μεγάλη Μητέρα (τη Γη) και το Δία πατέρα ή τον Ουρανό που γονιμοποιούσε τη γη. Οι νέοι διδάσκονταν ότι στο πρόσωπο της μητέρας και του πατέρα τιμούσαν τη Μεγάλη Μητέρα (τη Γη) και το Δία-Ουρανό που γονιμοποιούσε τη γη για να δώσει τα αγαθά της ζωής στους ανθρώπους. Σ’ αυτά άφηνε το νέο να σκεφτεί πολύ.
  Στο πρώτο στάδιο μύησης (στην πρώτη τάξη), ο Πυθαγόρας ανάπτυσσε τη φιλία μεταξύ των μαθητών. Οι μυημένοι θα αποτελέσουν κοινότητα δεμένη με άρρηκτη φιλία, με απόλυτη πειθαρχία στους ανωτέρους και στους νόμους των θεών. Εδώ διευκρινίζει ότι οι θεοί ήταν το ίδιο σ’ όλους τους ανθρώπους με όποια ονόματα και αν λέγονταν.
  Η κύρια προσπάθεια του Πυθαγόρα είναι να πείσει τους νεοφώτιστους για την αρμονία του κόσμου, για την τάξη του κόσμου που ελέγχεται από τους θεούς και την ανάγκη του ανθρώπου να προσεγγίσει, να φτάσει στον κόσμο των θεών, οπότε εκεί να βρει την αλήθεια. Για να βρει το δρόμο προς τον υπερβατικό κόσμο έπρεπε να απαλλάξει την ψυχή του από τα δεσμά της ύλης. Η ενδοσκόπηση, το «γνώθι σ’ αυτόν» ήταν η έμμονη προσπάθεια του ανθρώπου. Το φως του θεϊκού κόσμου έπρεπε να φωτίζει το δρόμο τους. Κατά συνέπεια, κάθε νέος, συγκέντρωνε όλη του τη σκέψη εκεί. Στην πρώτη βαθμίδα οι νέοι έπρεπε να συνειδητοποιήσουν τους θεούς ως υπερβατικό κόσμο. Και ακόμα ότι από αυτόν τον υπερβατικό κόσμο προέρχεται και η ψυχή που έχει μέσα του. Η ψυχή είναι θεία πνοή που παγιδεύεται από την ύλη. Όταν οι δάσκαλοι πείθονταν, ότι είχαν ανοίξει τα μάτια της ψυχής, τον περνούσαν στο δεύτερο στάδιο, στο δεύτερο βαθμό μύησης.
  Στον πρώτο βαθμό, που λέγεται και εξωτερικός, οι μαθητές έχουν μυηθεί στην έννοια του θεού και της ψυχής ως θεϊκής πνοής που πρέπει να βρει το δρόμο για τον υπερβατικό κόσμο. Στο δεύτερο βαθμό, που λέγεται και εσωτερική μύηση, έχουμε το στάδιο της Κάθαρσης. Στο στάδιο αυτό ο Πυθαγόρας, αποκαλεί τους μυούμενους «μαθηματικούς», γιατί συνδέει τα μαθηματικά με τη γέννηση των θεών. Δίνεται η τάξη του υπερβατικού κόσμου. Είναι το πλαίσιο του υπερβατικού κόσμου. Κέντρο της μύησης είναι το θεϊκό ζευγάρι από το οποίο γεννιούνται οι θεοί και φυσικά και ο δημιουργός του κόσμου θεός. Η Μεγάλη Μητέρα, ταυτίζεται με τη γη, όποιο όνομα και αν έχει στους διάφορους λαούς. Στο στάδιο αυτό ο μυούμενος ολοκληρώνει τη γνωριμία του με τον υπερβατικό κόσμο, τον κόσμο των θεών, προς τον οποίο πρέπει να αποβλέπει η ψυχή γιατί από εκεί προέρχεται. Ο Πυθαγόρας ερμήνευε όλη τη θεογονία με τους αριθμούς. Και τέλος, όσοι έφταναν στην ολοκλήρωση αυτού του σταδίου, λέγονται Μαθηματικοί.
  Στον τρίτο βαθμό της μύησης, που λεγόταν και «τελείωση», υπάρχουν λεπτομέρειες για την εξέλιξη της ψυχής. Είναι το στάδιο της Κοσμογονίας. Το δεύτερο στάδιο ήταν η Θεογονία. Εδώ τους εξηγούσε, πως ο δημιουργός πια θεός που δημιουργήθηκε στη Θεογονία, δημιουργεί τον υλικό κόσμο. Ο κόσμος δημιουργείται με τη δύναμη της ψυχής, της παγκόσμιας ψυχής. Έτσι η μύηση που άρχισε με την αποκάλυψη των θεών, με την ερμηνεία των μύθων για τους θεούς (Θεογονία), ολοκληρωνόταν με την ερμηνεία των μύθων της δημιουργίας του κόσμου.
  Ο Πυθαγόρας, μιλούσε για την ψυχή που είναι το κινούν της ύλης που δεν χάνεται μετά το θάνατο. Πίστευε στη μετεμψύχωση και έλεγε ότι προορισμός της ψυχής ήταν να περάσει στον κόσμο των θεών και να ενωθεί με το πνεύμα.
  Επειδή όμως έχει πλανηθεί από την ύλη και έχει χάσει τη δύναμη της να πετάξει προς τον καθαρό της προορισμό, περιφέρεται από μετεμψύχωση σε μετεμψύχωση, ώσπου να βρει τη δύναμη να πετάξει. Και ακριβώς αυτό το σκοπό είχε η μύηση.
  Στα πλαίσια της δημιουργίας του κόσμου και την ιστορία της ψυχής έδινε μια ουσιαστική δημιουργία των άστρων — στη μορφή που λέμε σήμερα αστρολογία. Υποστήριζε ακόμα ότι οι μεγάλοι μύστες μπορούν και θυμούνται τις προηγούμενες ζωές που έζησε η ψυχή τους.
  Όταν η ψυχή φτάνει στο επίπεδο του μύστη και ιεροφάντη έχει κιόλας βρει το δρόμο της επιστροφής στον κόσμο του φωτός. Αλλά για να φτάσει σ’ αυτό το επίπεδο χρειάζεται επίμονη προσπάθεια, ενάρετη ζωή, αυτοκυριαρχία για να μπορείς να κρατάς τη ζωή στην αρετή. Ο τρίτος λοιπόν βαθμός στη μύηση ήταν η ιστορία της ψυχής και η λυτρωτική της προσπάθεια.
  Σ’ αυτό το βαθμό μύησης, ο Πυθαγόρας, δίδασκε τη γέννηση της ζωής, του έρωτα και το γάμο από τον οποίο βγαίνει η ζωή, η νέα ζωή, η γέννηση. Υποτίθεται ότι στην προηγούμενη πορεία της μύησης η ψυχή έχει εξαγνιστεί. Είναι η στιγμή του Ιερού Γάμου των Μυστηρίων. Είναι πια η στιγμή που ο μυημένος έχει καταλάβει το κακό και το καλό, που κυριαρχεί στον εαυτό του, που βλέπει με τα μάτια της ψυχής τον υπερβατικό κόσμο και μπορεί να ξεπερνάει κάθε εμπόδιο, ώστε η ψυχή να αποκτήσει την πλήρη ελευθερία της.
  Η μύηση, λοιπόν, ήταν η αποκάλυψη της Θεογονίας που είναι δημιούργημα του υπέρτατου πνεύματος, της Κοσμογονίας που είναι έργο του δημιουργού θεού που είχε δημιουργηθεί από το υπέρτατο πνεύμα, φυσικά με τη βοήθεια της ψυχής που και αυτή είναι δημιούργημα του υπέρτατου πνεύματος και της γήινης ζωής, που έχει κέντρο το γάμο και αποτέλεσμα τη γέννηση ενός παιδιού, ενός νέου ανθρώπου.
  Εφοδιασμένος με αυτές τις γνώσεις, ο μυημένος ήταν κύριος του εαυτού του και έβλεπε με τα μάτια της ψυχής την πορεία προς το φως.
  Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Πυθαγόρας είναι ο μέγιστος των Μυστών στον Ελληνικό κόσμο και ουσιαστικά τρίτος στη χρονική σειρά μετά τον Κάδμο και τον Ορφέα.
  Με τον Κάδμο έχουμε τα αναδιαρθρωμένα Καβείρια Μυστήρια, με τον Ορφέα τα λεγόμενα Ορφικά και Διονύσια. Ο Πυθαγόρας θα παρέμβει και στα δύο αυτά μυστήρια αλλά και στα Ελευσίνια που είναι μια άλλη υπόθεση. Ο Πυθαγόρας πέρασε από την Ελευσίνα και ο Ιεροφάντης του παραχώρησε το προβάδισμα στην τέλεση των μυστηρίων, αλλά πέρασε και από τους Δελφούς που αναδιοργάνωσε το ιερό, καθαιρώντας την Πυθία, τους Αγίους και τους Οσίους και διορίζοντας νέους. Πέρασε και από τη Δωδώνη που φαίνεται έκανε ανάλογες παρεμβάσεις.
  Ο Πυθαγόρας, πριν να φύγει για την Αίγυπτο, ήταν μυημένος στα Καβείρια και είχε για δάσκαλο του τον περίφημο Φερεκύδη που και αυτός ήταν από τους μεγάλους μύστες.
  Τόσο η μύηση όσο και η τέλεση των μυστηρίων συνδέονται με πλήθος πράξεων κάθαρσης και εξαγνισμού. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος που θέλει να προσεγγίσει τους θεούς πρέπει να έχει εξαγνισθεί, είναι πολύ παλιά. Τον εξαγνισμό ή την κάθαρση τη συναντάμε και στον τροφοσυλλεκτικό άνθρωπο, από τη στιγμή που συλλαμβάνει την έννοια του πνεύματος και σε προέκταση των θεών.
  Σκοπός της κάθαρσης ήταν, να καθαρίσει την ψυχή του ανθρώπου από τους ρύπους, τα ακάθαρτα στοιχεία και τα πνεύματα του κακού που την αποπλάνησαν όταν αποσπάστηκε από το θεϊκό νου και δέθηκε με την ύλη, ώστε να ξαναβρεί το δρόμο της προς το θεϊκό κόσμο, να κατανοήσει το θείο και φυσικά να μπορέσει να το δεσμεύσει να κάνει αυτό που επιδιώκουν με τα μυστήρια.
  Για την κάθαρση χρησιμοποιούνται διάφορα μέσα, πάντα στο πνεύμα της μιμητικής μαγείας που είναι κυρίαρχη ιδέα από τότε που επινοήθηκε ως τις μέρες μας στη θρησκεία. Η κάθαρση γίνεται πάντα με εξορκισμούς που επινοήθηκαν από τα πανάρχαια χρόνια και διατηρούνται ως σήμερα. Τους εξορκισμούς τους κάνουν οι ιερείς με το λόγο και με διάφορα μέσα. Και μέσα για την κάθαρση είναι το νερό, η στάκτη, το λάδι, το κρασί, ο καπνός, τα ούρα, η φωτιά και άλλα ακόμα μέσα όπως το κόσκινο που το περιφέρουν πάνω στο ανθρώπινο σώμα.
  Το κυρίαρχο υλικό μέσο που χρησιμοποιείται στην κάθαρση είναι οπωσδήποτε το νερό και τις περισσότερες φορές το θαλασσινό νερό που έχει καθαρτικές ιδιότητες για το ανθρώπινο σώμα. Η χρήση των μέσων αυτών συνοδεύονται με λόγους αποτρεπτικής μαγείας, για να έχει τα αποτελέσματα που πιστεύουν ότι πετυχαίνουν.
  Έτσι, ο υποψήφιος για μύηση, λουζόταν καθαρά με νερό, ενώ ο ιερέας απάγγειλε συχνά ακατάληπτες για τον υποψήφιο λέξεις που έλεγαν στην ουσία, όπως το νερό καθαρίζει τους ρύπους του σώματος να καθαρίσει και τα κακά πνεύματα από την ψυχή του ανθρώπου.
  Αποτρεπτικό για τα κακά πνεύματα θεωρούνταν, το αίμα από τα σφάγια των Θυσιών και η στάκτη, πάντα με συνοδεία αποτρεπτικών λόγων ή προσευχών. Το πιο δυνατό μέσο για την εκδίωξη των κακών πνευμάτων ήταν η φωτιά που χρησιμοποιείται με πολλούς τρόπους στις τελετές της κάθαρσης.
  Βασικό επίσης στοιχείο είναι οι νηστείες. Οι νηστείες ήταν το μέσο να εκδιώξουν τα κακά πνεύματα και να ελευθερωθεί έτσι το σώμα από το βάρος του.
  Οι νηστείες είναι καθιερωμένο μέσο κάθαρσης επειδή πιστεύουν ότι με τις τροφές εισάγονται στο σώμα του ανθρώπου και κακά πνεύματα. Ο Ηρόδοτος [49] λέει ότι οι Αιγύπτιοι νήστευαν πάντα τρείς ημέρες το μήνα, καθαρίζονταν με εμετικά και κλύσματα γιατί πίστευαν ότι όλες οι αρρώστιες των ανθρώπων προέρχονται από τις τροφές που τρώνε. Έτσι η νηστεία είναι βασικό στοιχείο των καθαρμών.

  Με τη νηστεία ταπεινώνεται το σώμα και συγκεντρώνει τον άνθρωπο στην ψυχή του και στο θεό.
  Η νηστεία επιβαλλόταν μετά το θάνατο κάποιου, σ’ όλους στο σπίτι του νεκρού, γιατί πίστευαν ότι το πνεύμα του κακού έχει αγγίξει ότι βρίσκεται στο σπίτι. Κατά συνέπεια αν έτρωγαν θα έβαζαν μαζί στο σώμα τους και το κακό πνεύμα. Νήστευσε και η Δήμητρα όταν ο Πλούτωνας της άρπαξε την κόρη (Περσεφόνη) και γι’ αυτό νήστευαν και οι μυημένοι στα μυστήρια κατά την τέλεση των Ελευσίνιων μυστηρίων. Υπήρχαν δύο τύποι νηστειών: η μερική και η καθολική. Στη μερική οι μυημένοι απείχαν από ορισμένες τροφές και στην καθολική απείχαν από κάθε είδους τροφή. Η καθολική νηστεία τηρούνταν κατά την τέλεση των μυστηρίων στην Ελευσίνα σε ανάμνηση της νηστείας της Δήμητρας. Και η καθολική νηστεία κρατούσε μια ημέρα, από το πρωί ως το νύχτωμα.
  Ο Πυθαγόρας, ο μέγιστος των μυστών και ιεροφαντών της αρχαιότητας προσδιόριζε την κάθαρση με αυτά τα παραγγέλματα όπως τα καταγράφει ο Διογένης Λαέρτιος [50]: Η άγνεια επιτυγχάνεται με καθαρμούς, λουτρά, περιρραντήρια, με καθαρμούς σε περίπτωση κηδείας ή λεχώνας ή οποιονδήποτε άλλου μιάσματος, να μην τρώνε κρέας ψοφιμιών, τσίχλες, αυγά, ωοτόκα ζώα και κουκιά, καθώς και όσα προσδιορίζουν οι ιερείς που κάνουν τις τελετές. Η αποχή, η νηστεία και οι καθαρμοί κάθε είδους είναι αναγκαία στοιχεία στη μύηση και στην τέλεση των μυστηρίων.
  Άλλα, ακόμα μέσα (αποτρεπτικής μαγείας), ήταν τα χτυπήματα, μέχρι μαστίγωμα σε συνδυασμό με αποτρεπτικές φράσεις, όπως γίνεται και σήμερα ακόμα στους περίφημους εξορκισμούς της χριστιανικής θρησκείας.
  Με τους καθαρμούς πίστευαν ότι ο άνθρωπος απαλλασσόταν από τα κακά πνεύματα και μπορούσε έτσι ελεύθερη η ψυχή του να πάρει το δρόμο προς το θείο, να ακούσει το θείο λόγο.
  Καθαρμούς κάνουν οι πιστοί πριν από την τέλεση των μυστηρίων. Νηστεύουν, λούζονται, κάνουν τελετές μιμητικής και αποτρεπτικής μαγείας πριν να κινήσουν για την μεγάλη τελετή των μυστηρίων. Το ίδιο κάνουν και οι χριστιανοί σήμερα στην περίοδο των μεγάλων εορτών.
Πριν από τα Χριστούγεννα έχουν καθιερώσει τη «σαρακοστή», νηστεία σαράντα ημερών (14/11-24/12) και πριν από το Πάσχα τη γιορτή των ανοιξιάτικων μυστηρίων έχουμε την «σαρακοστή» των πενήντα ημερών. Και ακόμα πριν από τις 15 Αυγούστου (γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου) έχουν ορίσει δεκαπενθήμερη νηστεία. Ήταν η εποχή του τέλους του θερισμού και του αλωνίσματος για τους αρχαίους. Τέλος έχουν «σαρακοστή» και στην έναρξη του θερισμού, τον Ιούνιο μήνα.
  Η πρακτική των αρχαίων μυστηρίων διασώζεται ακέραιη και στο χριστιανισμό. Με την ευκαιρία πρέπει να τονίσουμε ότι οι μεγάλες γιορτές του Χριστιανισμού είναι τοποθετημένες ακριβώς στις τελετές των μεγάλων μυστηρίων. Και σε μεγάλο βαθμό αντιγράφουν τα παλιά μυστήρια.
  Κορυφαίο σημείο της κάθαρσης θεωρείται η ομολογία των εγκλημάτων ή των αμαρτιών που είχε κάνει ο άνθρωπος που θα έμπαινε σε μύηση μπροστά στους θεούς και στους ιεροφάντες τους. Είναι αυτό που σήμερα οι νεώτερες θρησκείες το λένε εξομολόγηση.
  Για να περάσει στη μύηση έπρεπε να καθαριστεί από τους ρύπους των αμαρτημάτων του. Αφού ομολογούσε τις αμαρτίες του, το ιερατείο φρόντιζε να καθαρίσει από τους ρύπους με διάφορες αποτρεπτικές μαγικές τελετουργίες, όπως κάνουν και σήμερα οι εξομολόγοι ιερείς στη χριστιανική θρησκεία. Για τα μεγάλα εγκλήματα οι τελετουργίες κάθαρσης ήταν πολύπλοκες. Μια ιδέα, γι’ αυτές τις τελετουργίες, έχουμε από το μύθο του Ορέστη μετά τη θανάτωση της μητέρας του και η κάθαρση του Ηρακλή, μετά τη θανάτωση των παιδιών της Μολιόνης.

  Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι όταν ο Λύσανδρος πήγε στη Σαμοθράκη στο ιερό των Καβείρων για να ζητήσει χρησμό, ο ιερέας τον σταμάτησε στην είσοδο και του ζήτησε να ομολογήσει πρώτα το μεγαλύτερο από τα εγκλήματα που είχε κάνει (το «ανομώτατο»). Ο Λύσανδρος τον ρώτησε: «Αυτό, εσύ το απαιτείς ή οι Θεοί;». Ο ιερέας του απάντησε: «Οι Θεοί». Και ο Λύσανδρος του είπε: «Τότε γιατί με εμποδίζεις να περάσω; Αν μου το ζητήσουν θα το πω σ’ αυτούς.»
  Είναι φανερό ότι ακόμα και για να μπει κανένας στο ιερό απαιτούνταν κάθαρση, εξομολόγηση των αμαρτημάτων και εξαγνισμό του από τον ιερέα.
  Η ολοκληρωμένη μύηση οδηγούσε το μύστη πια στην έκσταση. Ο μύστης ζούσε πραγματικά στον υπερβατικό κόσμο του πνεύματος.
  Δεν ζούσε στον πραγματικό κόσμο των αισθήσεων. Βρισκόταν σε μια κατάσταση παρόμοια με κείνη των ασκητών των νεώτερων θρησκειών ή και των σύγχρονων μυστικιστών.
  Η επίτευξη της έκστασης περνάει ουσιαστικά από τέσσερα στάδια:
  α) Η απομάκρυνση από τον αισθητό κόσμο. Ο άνθρωπος ζει στον κόσμο της φαντασίας με ελάχιστες επαφές με τον πραγματικό κόσμο.
  β) Σβύνουν, σε συνέχεια τα πάθη. Είναι η περίοδος της απόλυτης γαλήνης.
  γ) Στο επόμενο στάδιο εκμηδενίζονται οι αισθήσεις.
  δ) Χάνεται η προσωπική συνείδηση, οπότε ο μύστης ταυτίζεται με το θεό και η ψυχή του ενώνεται με το νου της μύησης στον Ερμή τον Τρισμέγιστο. Φυσικά αυτά ελάχιστοι τα πετυχαίνουν. Είναι οι μεγάλοι Ιεροφάντες.
  Η επίτευξη της έκστασης πρέπει να γίνεται με τη θέληση του ανθρώπου και την διαρκή άσκηση, όπως οι ασκητές. Ασφαλώς υπήρχαν άνθρωποι που αυτοεκστασιάζονταν εύκολα. Αυτοί θεωρούνταν φορείς του θεϊκού πνεύματος από τα πανάρχαια χρόνια.
  Σ’ αυτή την κατηγορία υπάγονταν και οι επιληπτικοί, αλλά αυτοί ήταν φορείς ενός κακού πνεύματος. Οι άνθρωποι που εκστασιάζονταν εύκολα, χρησιμοποιήθηκαν από τα πανάρχαια χρόνια ως ενδιάμεσοι των θεών, κύρια ως μάντεις.
  Υποτίθεται ότι οι άνθρωποι αυτοί μιλούσαν με τους θεούς.
  Σ’ ορισμένα μυστήρια, όπως της Μεγάλης Μητέρας της Μικράς Ασίας, της Κυβέλης, χρησιμοποιούνται και τεχνικά μέσα για εκστασιασμό, όπως η παπαρούνα (όπιο) ή το χασίς, αλλά δεν είναι γενικός κανόνας. Στο μαντείο των Δελφών η Πυθία εκστασιαζόταν μόλις άγγιζε με το χέρι της τον ιερό λέβητα και τον ιερό τρίποδα του.
  Φυσικά γινόταν συστηματική ψυχολογική προετοιμασία.
  Στα μυστήρια δεν χρησιμοποιείται ο εκστασιασμός ως πρακτική. Ο εκστασιασμός αφορούσε τους μύστες και τους ιεροφάντες, τους θεμελιωτές και τους οδηγούς των μυστηρίων. Στα μυστήρια, τόσο οι μυούμενοι όσο και ο απλός λαός, οι συμμέτοχοι στην τέλεση τους, δεν πρέπει να έχουν εκστασιαστεί, αφού θα γίνει η ιερογαμία από τον ιεροφάντη και τα όργια από τους πιστούς.
  Με τη μύηση και τους καθαρμούς οι μύστες αναγεννούνται σε μια νέα ύπαρξη. Αυτό είναι μια συνειδητή κατάσταση όπου ο άνθρωπος χαίρεται πραγματικά κάτι το καινούργιο μέσα του. Είναι αυτό που και στις νεώτερες θρησκείες αισθάνονται οι πιστοί στις μεγάλες τους γιορτές: Πάσχα, Χριστούγεννα κ.λπ. Οι χριστιανοί, ας πούμε και σήμερα ακόμα ζούνε, μέσα από τις ιεροτελεστίες τα πάθη αλλά και την ανάσταση του Χριστού.
  Η Ανάσταση είναι μια λυτρωτική κατάσταση. Στην όλη πορεία από τα πάθη στην Ανάσταση κινούνται σε ένα μελαγχολικό πνευματικό στοιχείο.
  Το ίδιο συνέβαινε και με τις αρχαίες τραγωδίες στα θέατρα. Είχαμε και εδώ μια ανάλογη πορεία, παρακολουθώντας τες έφταναν στη λύτρωση, στην κάθαρση, όπως την προσδιορίζει ο Αριστοτέλης με τη λύση του όλου δράματος. Ας μην ξεχνάμε, ότι η τραγωδία βγήκε από τα ελληνικά μυστήρια και ότι ο μεγάλος τραγωδός ο Αισχύλος ήταν μυημένος στα Ελευσίνια μυστήρια, άσχετο αν το αρνήθηκε για να μην καταδικαστεί ότι παραβίασε τον όρκο της σιωπής.










Υποσημειώσεις
(Πατώντας κλικ στην υποσημείωση,
επιστρέφετε στο κείμενο)


  1. Ερμητικά Κείμενα του Ερμή Τρισμέγιστου, εκδόσεις Παρασκήνιο, 2 τόμοι. Μετάφραση: Π. Ροδάκης - Α. Τζαφερόπουλος.
  2. Ταμμούζ ή Θαμμούζ ή Ντουμμουζί είναι ο κατεξοχήν «θνήσκων θεός» της Μεσοποταμίας και πρότυπο των άλλων «θνησκόντων θεών».
  3. Ιεζεκιήλ: κεφ. Η, 13-14. Το κείμενο είναι σε μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας.
  4. Τα κείμενα για την κάθοδο της Ιστάρ στον Κάτω Κόσμο είναι παρμένα από τη συλλογή του J.B. Prichard: The Ancient Near East in Pictures relating to the Old Testament. Εκδόσεις Princeton.
  5. Τα ίδια λόγια έχουν βάλλει οι Χριστιανοί και στο στόμα του Ιησού Χριστού όταν κατέβηκε και αυτός στον Κάτω Κόσμο. Στην τελετουργία της Μεγάλης Παρασκευής ακούγονται τα εξής: Άρατε Πύλας / οι άρχοντες υμών / και εισελεύσετε / ο βασιλεύς της δόξης.
  6. Ερεσκιγκάλ, είναι η βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Στη Σουμεριακή κοσμογονία σύρθηκε στον Κάτω Κόσμο μετά το χωρισμό του Ουρανού από τη γη.
  7. Φυτό αρωματικό που φύεται στους βάλτους.
  8. Η Ερεσκιγκάλ έπρεπε να θρηνεί για όλους όσους θα ελευθέρωνε η Ιστάρ.
  9. Το Κουτού είναι η Ακκαδική ονομασία του Κάτω Κόσμου.
  10. Σιν, θεός του φεγγαριού. Στα Σουμεριακά τον λένε Ναννά. Είναι ο πατέρας του ηλιακού θεού Ουτού-Σαμάς και της Ιστάρ ή της Ιναννάς στα Σουμεριακά. Συγγενής του ήταν ο Ενλίλ και η Νινλίλ.
  11. Εά και Σουμεριακά Ενκί, θεός των γλυκών νερών και της Σοφίας, προστάτης των τεχνών και ένας από τους δημιουργούς της ανθρωπότητας.
  12. Ο Ασουσουναμίρ είναι ευνούχος. Και η Ερεσκιγκάλ θα χαρεί από την εμφάνιση του.
  13. Το δάγκωμα του δακτύλου είναι δείγμα στενοχώριας.
  14. Το μεγάλο δικαστήριο.
  15. Ανουννάκι, θεοί του Κάτω Κόσμου. Ο επικεφαλής τους έκρινε τους νεκρούς.
  16. Ο λαζουρίτης είναι ημιπολύτιμος λίθος.
  17. Οι πόρνες ή ιερόδουλες στα ιερά της Μέσης Ανατολής ήταν για την τέλεση των τελετουργιών της μιμητικής γονιμικής μαγείας. Τέτοιες ιερόδουλες υπήρχαν και στο ναό του Σολομώντα των Εβραίων και χρησιμοποιούνταν για τον ίδιο σκοπό. Οι πόρνες ή ιερόδουλες τιμούνταν ιδιαίτερα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο πρώτος δημιουργός Αυτοκρατορίας στον κόσμο ήταν γιος μιας τέτοιας πόρνης-ιερόδουλου. Τα παιδιά που γεννιόντουσαν από την τέλεση των τελετουργικών γονιμικής μιμητικής μαγείας θεωρούνταν θεογέννητα.
  18. Το κείμενο που έχει τίτλο «Κάθοδος της Ιναννά στον Κάτω Κόσμο», συγκεντρώθηκε από 13 συνολικά πινακίδες και κομμάτια πινακίδων που βρέθηκαν στις ανασκαφές της αρχαίας πόλης Νιππούρ και τώρα βρίσκονται στο Μουσείο της Αρχαίας Ανατολής της Κωνσταντινούπολης και της Φιλαδέλφειας των Η.Π.Α.
  19. Ενλίλ, θεός της γης του ανέμου. Μεσοποταμιακή θεότητα, με κέντρο λατρείας την πόλη Νιππούρ. Είναι γιος του Ανού, του βασιλιά των θεών. Στα σουμμεριακά λεγόταν Βήλος.
  20. Samuel Henry Hooke: Η Μυθολογία της Μέσης Ανατολής. (Οι μύθοι πέρασαν και στην Ελληνική μυθολογία και στο Χριστιανισμό από την Εβραϊκή θρησκεία). Ελληνική μετάφραση στις Εκδόσεις Αρίων, 1979, σελ. 67-68.
  21. Πλούταρχος, Περί Ίσιδος και Οσίριδος παραγ. 12-24. Η μετάφραση είναι του Π. Ρώτα στις εκδόσεις Βιβλιοθήκη των Αρχαίων συγγραφέων των εκδόσεων Δαίδαλος, Ι. Ζαχαρόπουλος.
  22. Τις Θήβες της Αιγύπτου.
  23. Τα φαλληφόρια ή φαλλαγώνια ήταν γιορτή του κρασιού και γιορταζόταν με το άνοιγμα των νέων βαρελιών. Επρόκειτο για λαϊκή γιορτή κατά την οποία οι εορτάζοντες κρατούσαν φαλλούς (ανδρικά αιδοία) και μεθυσμένοι τραγουδούσαν αυτοσχέδια τραγούδια για να υμνήσουν το φαλλό και τη γονιμότητα του.
  24. Αθύρ, είναι ο τρίτος μήνας του Αιγυπτιακού έτους, που συμπίπτει με το τέλος του Οκτωβρίου και μεγάλο μέρος του Νοεμβρίου. Ο μήνας έφερε το όνομα θεότητας που ταυτιζόταν με την Αφροδίτη, αφού και αυτή γεννήθηκε από τα κύματα της.
  25. Η Χέμμις είναι πόλη της Άνω Αιγύπτου. Το όνομα της κατά το Διόδωρο το Σικελιώτη σημαίνει Πόλη του Πάνα.
  26. Η Κοπτώ ήταν πόλη της Άνω Αιγύπτου, πόλη κοινή των Αιγυπτίων και των Αράβων.
  27. Το Ελληνικό όνομα της πόλης του Λιβάνου. Οι ντόπιοι την έλεγαν Γεβέλ ή Γαβούνα ή Γεβών. Εδώ λατρευόταν ιδιαίτερα ο Άδωνης.
  28. Το ίδιο είχε κάνει και η Θέτιδα στον Αχιλλέα. Ένα βράδυ ο Πηλέας, σύζυγος της Θέτιδας και πατέρας του Αχιλλέα, είδε το παιδί στην πυρά, τρόμαξε και έβαλε τις φωνές, οπότε η Θέτιδα παράτησε το παιδί χωρίς να κάνει αθάνατες και τις φτέρνες του από τις οποίες το κρατούσε.
  29. Το Πηλούσιο ήταν στο ομώνυμο στόμιο του Νείλου που είναι το ανατολικότερό του.
  30. Ο Ώρος ήταν κανονικός γιος του Όσιρη και της Ίσιδας. Οι Αιγύπτιοι τον έλεγαν Ώρο πρεσβύτερο σε διάκριση από τον άλλο γιο του Όσιρη με την Νέφθυ, τη σύζυγο του Τυφώνα (Σεθ).
  31. Βούτος ή Βουτώ ήταν πόλη της Κάτω Αιγύπτου στο Σεβεννυτικά στόμιο του Νείλου. Σ’ αυτήν υπήρχε περίφημο Μαντείο της ομώνυμης θεάς που οι Έλληνες την ταύτισαν με τη Λητώ.
  32. Στις 14 ημέρες γεμίζει η Σελήνη.
  33. Το Θούρκις είναι ελληνική απόδοση του Αιγυπτιακού ονόματος Απέτ, που παριστανόταν με πρόσωπο κροκοδείλου και κρεμαστούς μαστούς. Ήταν η θεά της εκδίκησης.
  34. Το Αρποκράτης είναι ελληνική απόδοση του Αιγυπτιακού Αρπεχρούδη. Ήταν πολύ παλιός θεός παριστάνονταν ως μωρό με το δάκτυλο στο στόμα. Ο Πλούταρχος τον θεωρεί σύμβολο σιωπής και μυστηρίου.
  35. Η Αβυδος, Αβ-Τού στα Αιγυπτιακά, ήταν πόλη κοντά στις Θήβες. Εδώ ήταν οι βασιλικοί τάφοι.
  36. Η μια από τις πρωτεύουσες της Αιγύπτου, που συνδέεται με τον Έπαφο της Ελληνικής μυθολογίας που στην Αίγυπτο λατρευόταν ως θεός με τη μορφή ταύρου, του Άπη. Στη Μέμφιδα υπήρχε το ιερό του ταυρόμορφου θεού Άπη.
  37. Οι Φιλές ήταν νησίδα στο Νείλο, Ν. του σημερινού Ασσουάν, αφιερωμένη στην Ίσιδα και τον Όσιρη.
  38. Η Βούσιρις ήταν στο Δέλτα, το σημερινό Μπουσύρο ή Αμπουκίρ.
  39. Η Ουγγαρίτ είναι λιμάνι της Συρίας, το πιο σημαντικό εμπορικό λιμάνι για τον κόσμο του Αιγαίου από τα τέλη της 3ης π.Χ. χιλιετίας.
  40. Ο Δάγκαν ή Δάγων κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο θεός της βλάστησης των Δ. Σημιτών. Το όνομά του σημαίνει δημητριακό, αλλά οι Εβραίοι το είχαν μπερδέψει με τη δική τους ρίζα day που σημαίνει ψάρι και τον φαντάζονταν να έχει ουρά ψαριού. Στην Ουγγαρίτ τον θεωρούσαν πατέρα του Βάαλ. Στην Παλαιά Διαθήκη θεωρείται ο κύριος θεός των Φιλισταίων (Κριτές κεφ. 16, 23 κ.ε.). Χαναΐτες μετέφεραν τη λατρεία του Δάγκαν στη Μεσοποταμία όπου εξισώθηκε με τον Ενλίλ.
  41. Το μύθο του Τελεπινούς τον έχει ανασυστήσει από τις σπασμένες πινακίδες ο Samuel Jerny Hooke στο έργο του, Η μυθολογία της Μέσης Ανατολής, σελ. 102-105.
  42. Η μετάφραση είναι του Ιωάννη Πολέμη.
  43. Βλέπε Ανδοκίδη: Περί Μυστηρίων, 132.
  44. Απουλήιος: Μεταμορφώσεις, τελευταίο βιβλίο.
  45. Ιουλιανός: Λόγοι, VII 216.
  46. Μακρόβιος: Όνειρο του Σκιπίωνα, Βιβλίο Α κεφ. 2.
  47. Πλωτίνος: Εννεάδες, ΣΤ, παρ. 9, 11 κ.ε.
  48. Ιάμβλιχος: Το βιβλίο των Μυστηρίων, Βιβλίο VII παρ. 2.
  49. Ηρόδοτος: Ιστορίαι, Β΄ 77.
  50. Διογένης Λαέρτιος: Βιβλίο Η, Βίος του Πυθαγόρα, παρ. 33.









Εσύ, που ’δωσες σ’ όλα κι έναν λόγο,
πες μου γιατί τα κάνεις όλα αυτά;





.      
show demo
 
 
 
.